Τετάρτη 02 09 2026 ΚΑΙ ΩΡΑ 19:00 ΘΕΑΤΡΟ ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑΣ Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ
Η Αντιγόνη στην Ακροναυπλία
Εκεί όπου η πέτρα θυμάται
Στην Ακροναυπλία, εκεί όπου η πέτρα έχει κρατήσει μέσα στους αιώνες τα ίχνη ανθρώπων, εξουσιών, συγκρούσεων και σιωπών, η αρχαία τραγωδία συναντά τη νεότερη ιστορική μνήμη.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2026, το θέατρο ανεβαίνει πάνω στον ίδιο τον ιστορικό τόπο. Η «Αντιγόνη στην Ακροναυπλία», έργο του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, συνομιλεί με την Αντιγόνη του Σοφοκλή και με τη μακραίωνη ιστορία του Ναυπλίου, αναζητώντας μέσα στο τοπίο τα ίχνη μιας διαρκούς ανθρώπινης δοκιμασίας: τη διάσπαση της κοινότητας, τον εμφύλιο σπαραγμό, την εξουσία, τη μνήμη, την απώλεια και το δικαίωμα του ανθρώπου να πενθεί και να αποδίδει τιμή στους νεκρούς του.
Η επιλογή της Ακροναυπλίας δεν είναι απλώς σκηνογραφική. Είναι ουσιαστική και συμβολική. Ο βράχος της, οχυρωμένος και κατοικημένος από την αρχαιότητα, αποτελεί ένα ιδιαίτερο ιστορικό παλίμψηστο του Ναυπλίου. Πάνω στις ίδιες πλαγιές και μέσα στα τείχη του τόπου διασταυρώθηκαν διαφορετικές εποχές, πολιτικές εξουσίες και ανθρώπινες μοίρες. Η ιστορία δεν βρίσκεται εδώ μόνο στα μνημεία· βρίσκεται και στις απουσίες, στις μνήμες που διασώθηκαν, αλλά και σε εκείνες που παρέμειναν άφωνες.
Η Αντιγόνη, η οποία αρνείται να αφήσει άταφο τον αδελφό της, γίνεται έτσι μια μορφή που υπερβαίνει τα όρια της αρχαίας Θήβας. Το αίτημά της για ταφή και πένθος αποκτά διαχρονική διάσταση. Αφορά τον άνθρωπο που αντιστέκεται στη λήθη και διεκδικεί το δικαίωμα να αναγνωρίσει τον νεκρό του, ακόμη και όταν η πολιτική εξουσία επιβάλλει τη σιωπή.
Στην Ακροναυπλία, το αρχαίο κείμενο συναντά τις μνήμες των νεότερων χρόνων: τις εμφύλιες συγκρούσεις, τις αδελφοκτονίες, τις εκτελέσεις, τους καταδικασμένους και τους δήμιους, τα πρόσωπα και τις ιστορίες που συνδέθηκαν με το Ναύπλιο και τον τόπο του. Ο Γρίβας και ο Φωτομάρας, ο Καποδίστριας και οι Μαυρομιχαλαίοι, οι άνθρωποι του Εμφυλίου, οι ανώνυμοι και οι επώνυμοι νεκροί, περνούν μέσα από τη δραματουργία σαν θραύσματα μιας ιστορίας που δεν έχει πάψει να ζητά να ακουστεί.
Οι επτά πύλες της Ακροναυπλίας μπορούν να ιδωθούν σαν επτά περάσματα προς τη μνήμη. Κάθε πύλη ανοίγει σε έναν διαφορετικό χρόνο· κάθε πέτρα γίνεται μάρτυρας μιας άλλης ανθρώπινης σύγκρουσης. Και καθώς το θέατρο επιστρέφει στον ιστορικό τόπο, ο αρχαιολογικός χώρος παύει για λίγο να είναι μόνο αντικείμενο παρατήρησης. Γίνεται τόπος μνήμης και τόπος ζωντανού διαλόγου.
Η παράσταση κινείται ανάμεσα στην αρχαία τραγωδία, το θέατρο-ντοκουμέντο, την προφορική ιστορία, τη λογοτεχνία και τη συλλογική δραματουργία. Δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει απλώς το παρελθόν. Επιχειρεί να το ακούσει.
Και ίσως αυτό είναι το βαθύτερο ερώτημα που θέτει η Αντιγόνη στην Ακροναυπλία:
Ποιος έχει το δικαίωμα να θυμάται;
Ποιος έχει το δικαίωμα να πενθεί;
Ποιος αποφασίζει ποιοι νεκροί αξίζουν μνήμη και ποιοι θα παραδοθούν στη λήθη;
Μπροστά στον βράχο της Ακροναυπλίας, οι ερωτήσεις αυτές δεν ανήκουν μόνο στην αρχαιότητα ούτε μόνο στη νεότερη ιστορία. Αφορούν τον ίδιο τον πολιτισμό μας.
Γιατί η ταφή δεν είναι μόνο πράξη απέναντι στον νεκρό. Είναι πράξη απέναντι στους ζωντανούς. Είναι η αναγνώριση ότι ακόμη και μετά τη σύγκρουση, ακόμη και μετά το μίσος, ακόμη και μετά την αδελφοκτονία, ο άνθρωπος εξακολουθεί να δικαιούται ένα όνομα, έναν τάφο, ένα πένθος, μια θέση στη συλλογική μνήμη.
Και η Ακροναυπλία, με τη μακρά ιστορία της, στέκει πάνω από το Ναύπλιο σαν ένας μεγάλος λίθος μνήμης.
Εδώ η αρχαιότητα δεν έχει σιωπήσει.
Η Αντιγόνη επιστρέφει στον βράχο για να μιλήσει για τους νεκρούς.
Και ο βράχος, αυτή τη φορά, γίνεται η σκηνή που θυμάται.
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ