Μνημεία & Μουσεία
Στην κορυφή του βραχώδους λόφου με την ονομασία «Παλιόκαστρο» ή «Κάστρο Αδριανού» ανατολικά του χωριού του Αγίου Αδριανού, κατασκευάστηκε στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. ένα μικρό οχυρό. Η εγκατάσταση ανήκει σε ένα δίκτυο οχυρώσεων της ελληνιστικής περιόδου, το οποίο είχε υπό τον έλεγχό του την χερσαία οδό που συνέδεε την πόλη του Άργους με την Επιδαυρία.
Στο νότιο άκρο του οικισμού Μέρμπαγκα βρίσκεται ο φραγκοβυζαντινός ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, ένα από τα σπουδαιότερα μεσαιωνικά μνημεία του ελλαδικού χώρου. Το ζήτημα της ίδρυσης και χρονολόγησής του βρίσκεται εδώ και δεκαετίες στο επίκεντρο της αρχαιολογικής έρευνας.
Πρόκειται για πυργόσπιτο, σχεδόν ορθογωνικής κάτοψης. Αποτελούνταν από τρεις στάθμες (ισόγειο, 1ος και 2ος όροφος). Η στέγασή του γινόταν με τετράριχτη κεραμοσκεπή στέγη.
Η βραχώδης απόληξη της χερσονήσου του Ναυπλίου, που σήμερα φέρει το όνομα Ακροναυπλία, έχει μέγιστο μήκος 800 μ, ύψος 85 μ. και πλάτος περίπου 250 μ. Στη χερσόνησο αυτή, υψώνεται το ομώνυμο Κάστρο. Στο χώρο βρέθηκαν κατάλοιπα ανθρώπινης κατοίκησης από όλες τις ιστορικές περιόδους. Στο πλαίσιο υλοποίησης έργου ΕΣΠΑ, χρονικής περιόδου 2011-2015, με τίτλο «Ανάδειξη του Κάστρου Ακροναυπλίας στο Ναύπλιο, Δ. Ναυπλίου, Π.Ε. Αργολίδας», πραγματοποιήθηκαν από την 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, σήμερα Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας, εργασίες αποκάλυψης, καθαρισμού, τεκμηρίωσης, προστασίας και ανάδειξης μνημείων.
Η περιοχή της Αλέας (Μπουγιάτι) απέχει 74 χλμ. δυτικά από το Άργος. Στην αρχαιότητα η Αλέα ήταν μία αρκαδική πόλη με οικιστή τον Άλεο, γιο του Αφείδαντα. Η πολύ καλά οχυρωμένη ακρόπολη χτισμένη με ασβεστολιθικούς ογκόλιθους καταλαμβάνει το πλάτωμα του λόφου με την ονομασία Τάπια ή Γουλά.
Ο Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στην Αλέα Αργολίδας αποτελεί μικρό επαρχιακό μνημείο της ορεινής ζώνης της περιοχής και εντάσσεται στη μεταβυζαντινή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της Αργολίδας. Πρόκειται για λιτό, κατά κανόνα μονόχωρο καμαροσκέπαστο ναό, κατασκευασμένο από τοπική αργολιθοδομή, χωρίς τα χαρακτηριστικά στοιχεία της μεσοβυζαντινής ναοδομίας, όπως ο τρούλος ή το πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Η μορφολογική του απλότητα και η κλίμακα του μνημείου τον εντάσσουν στο δίκτυο των μικρών ενοριακών ναών που ανεγείρονται στην περιοχή κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο, σε συνθήκες τοπικής κοινοτικής οργάνωσης. Με βάση τυπολογικά και συγκριτικά δεδομένα, η κατασκευή του τοποθετείται στα τέλη του 17ου έως τον 18ο αιώνα μ.Χ., περίοδος ιδιαίτερα έντονης οικοδομικής δραστηριότητας στην ύπαιθρο της Αργολίδας, κυρίως κατά τη μετάβαση από τη Β΄ Ενετοκρατία στην ύστερη οθωμανική εποχή. Η τοπική παράδοση περί παλαιότερης, μεσαιωνικής ίδρυσης δεν τεκμηριώνεται αρχιτεκτονικά και πιθανότερα αντανακλά μεταγενέστερη απόδοση αρχαιότητας ή πιθανή ύπαρξη προγενέστερης λατρευτικής χρήσης του χώρου. Συνολικά, ο ναός αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της λαϊκής μεταβυζαντινής ναοδομίας των ορεινών οικισμών της Αργολίδας
Στα νοτιοδυτικά της Ερμιόνης. κοντά στο σημερινό Πορτοχέλι, ιδρύθηκε στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. η αρχαία πόλη των Αλιέων. Η μεγάλη ακμή της προσδιορίζεται από τον 6ο έως τον 4ο αιώνα π.Χ. Μετά την καταστροφή της Τίρυνθας από τους Αργείους, περί τα 460 π.Χ., εγκαταστάθηκαν εδώ πολλοί Τιρύνθιοι εξόριστοι, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα νομίσματα της πόλης των Αλιέων που φέρουν την επιγραφή «Τιρυνθίων» και χρονολογούνται από τα τέλη του 5ου ως τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ.
Η εκκλησία, που είναι γνωστή ως «Αγία Σωτήρα», βρίσκεται σε κατάφυτη περιοχή του αργολικού κάμπου, στο δρόμο από το Χώνικα (σημ. Νέο Ηραίο) προς το Ανυφί.
Η Παλαιά Μονή Ταλαντίου βρίσκεται στα νοτιοανατολικά του Αραχναίου και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της περιοχής. Το καθολικό ήταν αφιερωμένο στους Ταξιάρχες, την Παναγία και τον άγιο Βλάσιο, ενώ το παρεκκλήσι στην αγία Μαρίνα.
Το Ηραίο του Άργους, σημαντικό πανελλήνιο ιερό της Ήρας, βρίσκεται μεταξύ Άργους και Μυκηνών και αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα θρησκευτικά κέντρα της Αργολίδας. Η περιοχή είχε ήδη ιδιαίτερη σημασία από τη Νεολιθική και τη Μυκηναϊκή εποχή, καθώς συνδεόταν με οικισμούς, νεκροταφεία και οδικό άξονα προς τις Μυκήνες, γεγονός που υποδηλώνει πρώιμη ιερότητα του χώρου.
Το ιερό αναπτύχθηκε από τον 8ο αι. π.Χ. και κατέστη επίσημο θρησκευτικό κέντρο του Άργους από τον 7ο αι. π.Χ., με ακμή κυρίως στον 6ο και 5ο αι. π.Χ. Η λατρεία της Ήρας, πιθανώς εξελιγμένη από παλαιότερη χθόνια θεότητα, συνδέθηκε με μεγάλες γιορτές και αγώνες, τα Εκατόμβοια ή Ηραία, τα οποία απέκτησαν πανελλήνιο χαρακτήρα.
Αρχιτεκτονικά, το Ηραίο οργανώθηκε σε τρία άνδηρα με ναούς, στοές και βοηθητικά κτήρια, ενώ στον χώρο ανεγέρθηκαν διαδοχικοί δωρικοί ναοί, με σημαντικές οικοδομικές φάσεις από τον 7ο έως τον 5ο αι. π.Χ. Σταδιακά το ιερό απέκτησε μνημειακό χαρακτήρα, ιδιαίτερα μετά τον 5ο αι. π.Χ., όταν ενισχύθηκαν οι εγκαταστάσεις του και αναβαθμίστηκε η είσοδός του.
Η σημασία του Ηραίου αντανακλάται τόσο στη μακρά διάρκεια της λατρείας όσο και στον πλούτο των αναθημάτων και την οργάνωση των αγώνων, ενώ η φήμη του διατηρήθηκε έως τη ρωμαϊκή εποχή και την ύστερη αρχαιότητα. Συνολικά, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εξέλιξης ενός μυκηναϊκού ιερού χώρου σε κεντρικό πολιτειακό και πανελλήνιο θρησκευτικό σύμπλεγμα της αρχαίας Ελλάδας.
Ο λόφος του Προφήτη Ηλία, η λεγόμενη Ασπίς, κατοικήθηκε για πρώτη φορά στα τέλη της Νεολιθικής εποχής (3.500 π.Χ.).
Το Βυζαντινό Μουσείο Αργολίδας στεγάζεται σε ένα διατηρητέο συγκρότημα της πόλης του Άργους, που έχει μείνει γνωστό ως «Στρατώνες Καποδίστρια». Ο Κύριος στόχος του μουσείου ήταν η παρουσίαση αντιπροσωπευτικών πτυχών της βυζαντινής Αργολίδας μέσα από άγνωστα στα κοινά εκθέματα, καθώς και η δημιουργία μιας εστίας πολιτισμού στο Άργος και την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας, που θα παρέχει υπηρεσίες υψηλής ποιότητας στους πολίτες και τους πολίτες του.
Το αρχαίο θέατρο του Άργους ιδρύθηκε κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους (300–250 π.Χ.) και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα του ελλαδικού χώρου, με χωρητικότητα περίπου 20.000 θεατών. Το κοίλο και η ορχήστρα είναι σε μεγάλο βαθμό λαξευμένα στον φυσικό βράχο και οργανώνονται με διαζώματα, κλίμακες και κερκίδες, ενώ η προεδρία προοριζόταν για τους επισήμους. Η ορχήστρα είναι κυκλική και περιβαλλόταν από αγωγό απορροής υδάτων, με την πρόσβαση να γίνεται μέσω των παρόδων.
Το σκηνικό οικοδόμημα περιλάμβανε προσκήνιο, σκηνή και στοά, ενώ διέθετε υπόγειες και βοηθητικές διαβάσεις για τη θεατρική δράση. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο το θέατρο ανακατασκευάστηκε εκτενώς, με επέκταση της σκηνής, δημιουργία μνημειακής πρόσοψης και νέου λογείου, καθώς και προσθήκη νέων εισόδων και διακοσμητικών στοιχείων. Στους επόμενους αιώνες προσαρμόστηκε σε νέα θεάματα, όπως μονομαχίες και υδάτινες αθλοπαιδιές, γεγονός που οδήγησε σε κατασκευαστικές μετατροπές, όπως περίφραξη της ορχήστρας και δημιουργία δεξαμενής.
Η λειτουργία του θεάτρου σταδιακά έπαυσε κατά τον 5ο–6ο αιώνα μ.Χ., ενώ μεγάλο μέρος του παρέμεινε ορατό μέχρι τους νεότερους χρόνους και αποκαλύφθηκε εκ νέου μέσω αρχαιολογικών ανασκαφών
Οι Ρωμαϊκές Θέρμες του Άργους αποτελούν ένα σημαντικό δημόσιο λουτρικό συγκρότημα μνημειακής κλίμακας, το οποίο αναπτύχθηκε σε χώρο με διαχρονική ιερή χρήση. Στην ίδια θέση φαίνεται ότι προϋπήρχε ιερό αφιερωμένο στον Σάραπι κατά τον 2ο αι. π.Χ., το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο της διάδοσης ανατολικών λατρειών στον ελλαδικό χώρο. Στη συνέχεια, κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, ο χώρος μετατράπηκε αρχικά σε συγκρότημα λουτροθεραπείας συνδεδεμένο με τη λατρεία του Ασκληπιού και κατόπιν, από τον 2ο–3ο αι. μ.Χ., σε οργανωμένες Θέρμες.
Το λουτρικό συγκρότημα διέθετε σύνθετη αρχιτεκτονική διάρθρωση με αποδυτήρια, ψυχρά και θερμά λουτρά, αίθουσες συναναστροφής και βοηθητικούς χώρους, ενώ χαρακτηριζόταν από εκτεταμένη χρήση υπόκαυστου συστήματος θέρμανσης και πλούσια διακόσμηση με γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη. Η λειτουργία του συνεχίστηκε έως την παλαιοχριστιανική περίοδο, οπότε και εγκαταλείφθηκε σταδιακά. Οι μεταγενέστερες ανασκαφές ανέδειξαν εκ νέου το μνημείο και τα κινητά ευρήματά του.
Συνολικά, οι Θέρμες του Άργους αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα ρωμαϊκής λουτρικής αρχιτεκτονικής, με έντονη κοινωνική και πολιτιστική διάσταση, καθώς συνδύαζαν λειτουργίες υγιεινής, ψυχαγωγίας και δημόσιας ζωής.
Στα βόρεια του αρχαίου θεάτρου υπάρχει ένα εντυπωσιακό άνδηρο, διαστάσεων 35Χ21 μ., που έχει λαξευτεί στο βράχο της Λάρισας. Προς την πλευρά της πόλης οριοθετείται από ισχυρό πολυγωνικό ανάλημμα με κεντρική κλίμακα. Στα ενεπίγραφα ανάγλυφα που κοσμούν το ανάλημμα εικονίζονται οι Επιτελίδες, χθόνιες θεότητες που σχετίζονται με την απονομή δικαιοσύνης (τιμωρία εγκληματικών πράξεων). Η σύνδεση τους με τη λατρεία των Σεμνών Θεών στον αθηναϊκό Άρειο Πάγο, οδήγησε τους μελετητές να αναγνωρίσουν στο χώρο αυτό το Κριτήριο.
Η ιστορία των οχυρώσεων στο λόφο της Λάρισας ξεκινά από τους προϊστορικούς χρόνους και φτάνει έως και την περίοδο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Ακολουθώντας τη μακραίωνη ιστορία της πόλης του Άργους, από την Προϊστορική Εποχή, αποτελούσε ανέκαθεν οχυρό παρατηρητήριο και ύστατη γραμμή άμυνας της.















