Μετάβαση στο κεντρικό περιεχόμενο

Σαραπείο - Ασκληπιείο, Θέρμες Α, Άργος

Ένας πλινθόκτιστος τοίχος που σώζεται ακόμη σήμερα σε ύψος 11 μ. στα νοτιοανατολικά του Θεάτρου ανήκει στις Ρωμαϊκές Θέρμες του Άργους, ένα μεγάλο δημόσιο λουτρικό συγκρότημα.

Στον χώρο αυτό φαίνεται ότι προϋπήρχε κατά τον 2ο αι. π.Χ. ένα ιερό αφιερωμένο στον Σάραπι, μία αιγυπτιακή θεότητα, της οποίας τη λατρεία εισήγαγε γύρω στο 280 π.Χ. στον ελληνικό χώρο ο διάδοχος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Πτολεμαίος Α΄ Σωτήρ, με στόχο να συνδυάσει ελληνικές και αιγυπτιακές θρησκευτικές αντιλήψεις. Στη λατρεία αυτής της χθόνιας θεότητας αφομοιώθηκαν στοιχεία αρχαιότερων ελληνικών και αιγυπτιακών θεοτήτων, όπως ο Πλούτωνας, ο Ασκληπιός, ο Άμμωνας Δίας και ο Νείλος.

Γύρω στο 100 μ.Χ. το Σαραπείο είχε τη μορφή μεγάλης περίστυλης αυλής. Κατά μήκος της δυτικής πλευράς υπήρχαν τρεις αίθουσες (Β1, Β2 και Β3) που οδηγούσαν σε μία μεγάλη αίθουσα (Α), η οποία κατέληγε σε αψίδα. Στο εσωτερικό της υπήρχε κρύπτη που συνδεόταν με υπόγειο διάδρομο και περιείχε τρεις σαρκοφάγους.

Κατά την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού (117–136 μ.Χ.) εγκαταστάθηκε στο χώρο αυτό συγκρότημα λουτροθεραπείας υπό την αιγίδα του Ασκληπιού, η λατρεία του οποίου σταδιακά αντικατέστησε εκείνη του Σαράπιδος. Το Ασκληπιείο αναφέρεται και από τον περιηγητή Παυσανία, ο οποίος επισκέφθηκε το Άργος τον 2ο αι. μ.Χ.

Στους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους (2ος–3ος αι. μ.Χ.) το ιερό μετατράπηκε σε Θέρμες, ένα δημόσιο λουτρικό συγκρότημα που καταλάμβανε τη στοά και την περίστυλη αυλή, ενώ διατηρήθηκαν οι αίθουσες στα δυτικά. Η μεγάλη αψιδωτή αίθουσα (Α), με τις εντυπωσιακές καμάρες της στέγης, χρησίμευε ως χώρος δημόσιων συγκεντρώσεων και κοινωνικών συναναστροφών (basilica thermarum). Από την κεντρική αίθουσα (Β1) οι επισκέπτες οδηγούνταν σε μία επιμήκη αίθουσα με περιμετρικό πλίνθινο θρανίο (D), η οποία πιθανότατα χρησίμευε ως αποδυτήριο.

Από τον χώρο αυτό και μέσω δύο συμμετρικών αιθουσών (Ε1 και Ε2) γινόταν η είσοδος στην αίθουσα του ψυχρού λουτρού (F – frigidarium). Αγωγοί οδηγούσαν τα νερά απορροής σε υπονόμους κάτω από τα δάπεδα. Τις ημικυκλικές και ορθογώνιες κόγχες των τοίχων κοσμούσαν αγάλματα, ενώ κίονες από πράσινο μάρμαρο με λευκά κορινθιακά κιονόκρανα πλαισίωναν τους λουτήρες.

Ακολουθούσε ένα μικρό δωμάτιο (H), που αρχικά χρησίμευε ως βοηθητικός χώρος ή αποχωρητήριο και στη συνέχεια μετατράπηκε σε λουτρό. Από τον τελευταίο μη θερμαινόμενο χώρο (G) γινόταν η διασπορά των επισκεπτών προς τις αίθουσες του θερμού λουτρού. Το θερμό λουτρό (caldarium) περιλάμβανε τρεις μνημειακές αίθουσες (C1, C2 και C3) με λουτήρες, κάτω από τις οποίες υπήρχαν υπόκαυστα, δηλαδή πλίνθινοι κιονίσκοι που επέτρεπαν την κυκλοφορία θερμού αέρα.

Το οικοδόμημα πλαισιωνόταν από παλαίστρα στα δυτικά και μνημειώδη κλίμακα στα ανατολικά.

Το λουτρικό συγκρότημα λειτούργησε έως τα παλαιοχριστιανικά χρόνια (5ος–6ος αι. μ.Χ.). Η μνημειώδης ανωδομή του παρέμεινε ορατή και μετά την εγκατάλειψή του και απεικονίστηκε μαζί με τα ερείπια του Θεάτρου από περιηγητές. Οι ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1950, έφεραν ξανά στο φως το κτηριακό συγκρότημα και πλήθος κινητών ευρημάτων.

Οι Θέρμες του Άργους ανήκουν στα μεγάλης κλίμακας ρωμαϊκά δημόσια λουτρικά συγκροτήματα, τα οποία αποτελούσαν χώρους συνάντησης, κοινωνικών συναναστροφών, άσκησης και αναψυχής των πολιτών. Η πολυτέλειά τους μαρτυρείται από τα περίτεχνα ψηφιδωτά, τα μαρμάρινα δάπεδα και τον μεγάλο αριθμό αγαλμάτων που κοσμούσαν τις αίθουσες, απεικονίζοντας θεούς και ήρωες.