Μετάβαση στο κεντρικό περιεχόμενο

Μνημεία & Μουσεία

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ 93

Η μονή της Παναγίας είναι χτισμένη στην ανατολική πλαγιά του Λόφου Λάρισα του Άργους. Ονομάζεται Κατακεκρυμμένη επειδή, σύμφωνα με την παράδοση, στη θέση αυτή, μέσα στο βράχο, εντοπίστηκε η εικόνα της Παναγίας. Είναι επίσης γνωστή και ως «Πορτοκαλούσα» εξαιτίας ενός παλαιού εθίμου των Αργείων να πετούν πορτοκάλια σε νεόνυμφα ζευγάρια κατά την ημέρα εορτασμού της μονής (21 Νοεμβρίου).

Σε μικρό ασβεστολιθικό έξαρμα έναντι της εκκλησίας της Παναγίας Καρυάς στη θέση Κάστρο είναι ορατή αρχαία τειχοδομία με ορθογώνια κάτοψη, στην οποία εδράζεται οχυρό βυζαντινών χρόνων. Εντάσσεται στο αμυντικό δίκτυο (φρυκτώρια), ελέγχου των μεθορίων περιοχών της ΒΔ Αργολίδας τον 5ο και κυρίως τον 4ο αι. π.Χ.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο του Άργους στεγάζεται από τις αρχές τις δεκαετίας του 1960 σε κτηριακό συγκρότημα που αποτελείται από την ιστορική οικία του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη και ένα σύγχρονο κτήριο που προσαρτήθηκε σε αυτή, στη συμβολή των οδών Βασ. Όλγας και Καλλέργη.

Από το 2014 το Μουσείο παραμένει κλειστό για το κοινό, καθώς είναι σε εξέλιξη εργασίες κτηριακής αναβάθμισης και επανέκθεσης των συλλογών του, με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρόκειται για ασβεστολιθική κατασκευή που εδράζεται σε υψόμετρο 920 μ. με εποπτεία στην κοιλάδα του Ινάχου και τη δίοδο προς την Αλέα. Έχει ανεγερθεί σε καίριο εποπτικό σημείο και ελέγχει το δίκτυο πρόσβασης και επικοινωνίας (αρχαίες οδοί) που συνδέονται με τις πολιτικές - κοινωνικές καταστάσεις στην ΒΔ Αργολίδα τον 5ο και κυρίως τον 4ο αι. π.Χ.

Στη δυτική πλαγιά του λόφου της Ασπίδας ιδρύθηκαν κατά τους ιστορικούς χρόνους, σε τέσσερα διαδοχικά άνδηρα, τα ιερά του Απόλλωνος Δειραδιώτου ή Πυθίου και της Αθηνάς Οξυδερκούς. Η αρχική χρήση του χώρου ανάγεται στον 8ο αιώνα π.Χ., οι βασικές διαμορφώσεις όμως έγιναν στους αρχαϊκούς, κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους (6ος έως 3ος αι. π.Χ.)

Στην κορυφή του χαμηλού λόφου της Ασπίδας (Δειράδα) είναι χτισμένος ο ναός του Προφήτη Ηλία. Πρόκειται για μικρών διαστάσεων μονόχωρο ξυλόστεγο ναό, ο οποίος στα ανατολικά φέρει μικρή, ημικυκλική αψίδα.

Στην πεδινή έκταση στα ανατολικά του λόφου της Λάρισας ιδρύθηκε η Αγορά, το κέντρο της δημόσιας ζωής της πόλης του Άργους. Ο περιηγητής Παυσανίας που επισκέφθηκε την πόλη το 2 ο αιώνα μ.Χ. περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα μνημεία και τα δημόσια κτήρια που κοσμούσαν το χώρο αυτό. Ένα τμήμα της αρχαίας Αγοράς ήρθε στο φως κατά τις ανασκαφές που διενεργεί η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή από το 1952 και οι συνεχείς συνεχίζονται μέχρι σήμερα σε συνεργασία με τη Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχών του Υπουργείου Πολιτισμού.

Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου βρίσκεται στο κέντρο του οικισμού. Στο πλαίσιο αντιμετώπισης των φθορών που παρουσίαζε το κωδωνοστάσιο, το 2004 πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασής του.

Η Μονή Μεταμόρφωσης του Σωτήρος βρίσκεται σε ερημική τοποθεσία, 3 χλμ. περίπου από το χωριό Τσέλο (σημ. Αγία Παρασκευή) και νοτιοδυτικά της Ασίνης, με θέα προς τον όρμο της Καραθώνας. Το μοναστήρι βρισκόταν σε λειτουργία έως το 1834.

Η χερσόνησος «Καστράκι», 10 περίπου χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της πόλης του Ναυπλίου και 1 χιλιόμετρο ανατολικά του παραθεριστικού οικισμού του Τολού, έχει ταυτιστεί από το 19ο αιώνα με τη θέση που καταλάμβανε η αρχαία Ασίνη. Η περιοχή ανασκάφηκε τη δεκαετία του 1920 από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών εκείνης της περιόδου ήρθαν στο φως εκτεταμένα αρχαία κατάλοιπα, τα οποία μαρτυρούν τη χρήση της περιοχής ως τόπος εγκατάστασης από το τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ. και για 3.000 και πλέον χρόνια. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μεγάλο μέρος των αρχαιοτήτων καταστράφηκε, καθώς η θέση οχυρώθηκε από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής.
Η δράση των Ιταλών την περίοδο 1940-41, η άγρια βλάστηση και η διάβρωση είχαν αλλοιώσει σοβαρά το ιστορικό τοπίο της Ασίνης. Επιπρόσθετα, η ανεξέλεγκτη πρόσβαση των επισκεπτών στο βραχώδη λόφο εγκυμονούσε κινδύνους για την ασφάλειά τους ενώ η έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης δεν επέτρεπε την κατανόηση της μακραίωνης ιστορίας του τόπου.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τη διαμόρφωση δύο περιμετρικών διαδρομών στην Κάτω Πόλη και την ακρόπολη, την κατασκευή μεταλλικών και ξύλινων γεφυρών και κλιμάκων σε επισφαλή σημεία της διαδρομής, την αποκατάσταση της αρχαίας εισόδου στον αρχαιολογικό χώρο, την τοποθέτηση καθιστικών, κάδων απορριμμάτων και στεγάστρων στα στόμια πηγαδιών και δεξαμενών, την κατασκευή και τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων. Τρία νεώτερα, μικρά κτίσματα θα αποκατασταθούν και θα χρησιμοποιηθούν ως φυλάκειο-πωλητήριο, αίθουσα πολυμέσων και χώρος έκθεσης με την ιστορία των σουηδικών ανασκαφών. Στο εσωτερικό τεχνητού σπηλαίου στα νοτιοανατολικά της Κάτω Πόλης θα παρουσιαστεί η σύγχρονη ιστορία της ιταλικής κατοχής στην Ασίνη. Τέλος, στην Κάτω Πόλη προγραμματίζεται η ανάδειξη των καταλοίπων της σημαντικής «οικίας G» των υστεροελλαδικών χρόνων και η στερέωση, προστασία και ανάδειξη της τρίχωρης ρωμαϊκής δεξαμενής.

Χρηματοδότης: ΕΣΠΑ-Περιφέρεια Πελοποννήσου, Επιχειρησιακό Πρόγραμμα: «Δυτικής Ελλάδας – Πελοποννήσου – Ιονίων Νήσων 2007 – 2013». Άξονας Προτεραιότητας 08: «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ποιότητα Ζωής Πελοποννήσου

Οι ενετικές οχυρώσεις στο Βιβάρι Αργολίδας εντάσσονται στο αμυντικό σύστημα της Β΄ Ενετοκρατίας (1686–1715) και συνδέονται με τη στρατηγική αξιοποίηση του φυσικά προστατευμένου κόλπου ως αγκυροβολίου. Οι εγκαταστάσεις, μικρής κλίμακας και διάσπαρτες στην παράκτια ζώνη και στα γύρω υψώματα, εξυπηρετούσαν τον έλεγχο των θαλάσσιων διαδρομών και τη ναυτική ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής του Ναυπλίου.

Σήμερα διατηρούνται αποσπασματικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, τα οποία εντάσσονται στο ευρύτερο βενετικό αμυντικό δίκτυο της Αργολίδας και μαρτυρούν τη δευτερεύουσα αλλά λειτουργικά κρίσιμη στρατηγική σημασία της θέσης.

Το νησάκι Δασκαλειό βρίσκεται στον όρμο του Τολού, πίσω από τη Ρόμβη. Στη διάρκεια των μεταβατικών χρόνων (7ος-9ος αι.), τα δύο νησιά, όπως και άλλα μικρά νησιά του Αργολικού κόλπου (Πλατειά, Κουνούπι, Χηνίτσα), φαίνεται πως χρησίμευσαν ως ναύσταθμοι του βυζαντινού στόλου για την αντιμετώπιση των αραβικών και των αβαροσλαβικών επιδρομών.

Το μυκηναϊκό νεκροταφείο των Δενδρών, δυτικά της ακρόπολης της Μιδέας, αποτελεί σημαντικό ταφικό σύνολο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (15ος–14ος αι. π.Χ.). Περιλαμβάνει έναν μνημειακό θολωτό τάφο και δεκαέξι θαλαμωτούς τάφους, οι οποίοι είναι λαξευμένοι στον βράχο και οργανωμένοι σε πυκνή διάταξη, συνδεόμενοι με το ανακτορικό κέντρο της περιοχής.

Ο θολωτός τάφος, χρονολογούμενος περίπου στο 1400 π.Χ., παρουσιάζει ιδιαίτερα εξελιγμένη αρχιτεκτονική με μακρύ δρόμο, κυκλικό θάλαμο και θόλο ύψους περίπου 7 μ. Στο εσωτερικό του εντοπίστηκαν ταφικοί λάκκοι με πλούσιες ταφές, συνοδευόμενες από εξαιρετικά κτερίσματα, όπως χρυσά και αργυρά αγγεία, όπλα, σφραγιδόλιθους και άλλα πολύτιμα αντικείμενα, τα οποία υποδηλώνουν την ύπαρξη υψηλόβαθμης κοινωνικής ελίτ.

Οι θαλαμωτοί τάφοι χρησιμοποιούνταν επαναληπτικά για οικογενειακές ταφές και παρουσιάζουν στοιχεία συμπληρωματικών ταφικών πρακτικών, ενώ έχουν διαπιστωθεί και τελετουργικές ενέργειες, όπως οι ταφές αλόγων. Συνολικά, το νεκροταφείο των Δενδρών αποτελεί σημαντική μαρτυρία για την κοινωνική ιεράρχηση, την ταφική ιδεολογία και την υλική ευημερία της μυκηναϊκής κοινωνίας της περιοχής.

Ο υποθαλάσσιος αρχαιολογικός χώρος του Σαλαντίου στην Ερμιονίδα αντιπροσωπεύει έναν προϊστορικό παράκτιο οικισμό που σήμερα βρίσκεται εν μέρει βυθισμένος στον Αργολικό κόλπο. Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και τα κινητά ευρήματα υποδεικνύουν οργανωμένη εγκατάσταση με οικονομία βασισμένη σε γεωργικές και θαλάσσιες δραστηριότητες, ενταγμένη σε δίκτυα περιφερειακών ανταλλαγών. Η χρονολόγηση της θέσης τοποθετείται κυρίως στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (Πρώιμη Ελλαδική περίοδο), συμβάλλοντας ουσιαστικά στη μελέτη της προϊστορικής κατοίκησης και των παράκτιων προσαρμογών στην Αργολίδα.

Η Καταβόθρα των Διδύμων στην Αργολίδα της Ελλάδας είναι ένας μεγάλος καρστικός σχηματισμός που αποτελείται από δύο κυκλικές δολίνες κατάρρευσης, οι οποίες δημιουργήθηκαν από τη διάβρωση του υπόγειου ασβεστόλιθου. Ξεχωρίζει για την εντυπωσιακή φυσική της δομή, την πυκνή εσωτερική βλάστηση και τα ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας που χρονολογούνται από την προϊστορική εποχή. Στη μικρότερη δολίνη, δύο βυζαντινές εκκλησίες αφιερωμένες στον Άγιο Γεώργιο και τη Μεταμόρφωση αναδεικνύουν τη μακρόχρονη θρησκευτική και πολιτιστική σημασία του χώρου.

Το μνημείο του Ελληνικού στην Αργολίδα, γνωστό ως «πυραμίδα του Ελληνικού», αποτελεί λιθόκτιστη κατασκευή της οποίας η χρονολόγηση και η λειτουργία παραμένουν αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Η επικρατέστερη άποψη τοποθετεί την ανέγερσή του στην Κλασική περίοδο, πιθανότατα στον 4ο αιώνα π.Χ.

Στη βιβλιογραφία έχει προταθεί κυρίως η ερμηνεία του ως οχυρωματικού ή φυλακίου ελέγχου των οδικών αξόνων της περιοχής, χωρίς ωστόσο να υπάρχει πλήρης επιστημονική ομοφωνία ως προς τη λειτουργία του.

<   2 από 6   >