Μνημεία & Μουσεία
Το φρούριο βρίσκεται στην κορυφή βραχώδους υψώματος, επάνω από τον οικισμό της Πιάδας (σημ. Νέας Επιδαύρου). Η θέση του φρουρίου είναι στρατηγικής σημασίας καθώς την καθιστούσε αθέατη από την θάλασσα από την οποία απέχει ελάχιστα. Η επιλογή της θέσης εξυπηρετούσε την προστασία του οικισμού από τους πειρατές.
Το Ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα κατέχει τη βόρεια πλαγιά του ανατολικότερου υψώματος του Κυνόρτιου όρους. Σε χρόνους πολύ παλιούς, δίπλα στις πηγές των άφθονων νερών γεννήθηκε η λατρεία που αργότερα συνεχίστηκε και άνθισε στο Ασκληπιείο, στην κοιλάδα που απλώνεται κάτω από τους δυτικούς πρόποδες του όρους, όπου έχει λαξευτεί το Θέατρο.
Κοντά στον οικισμό της Νέας Επιδαύρου, σε μια ερημική παραλία με πεύκα και ελαιόδεντρα, βρίσκεται η διαλυμένη μονή της Πολεμάρχας. Ιδρυτής της μονής υπήρξε ένας μοναχός που ονομαζόταν Αντώνιος. Εκεί τον ακολούθησαν δυο νεότεροι μοναχοί, ο Νήφων (μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως) και ο Ιωσήφ. Σύμφωνα με την παράδοση, μόνοι τους έφτιαξαν τον πρώτο πυρήνα της μονής γύρω στο 1400. Η μονή έφτασε σε ακμή τις επόμενες δεκαετίες με τη βοήθεια του Πατριάρχη Νήφωνα, οι αλλεπάλληλες όμως πειρατικές επιδρομές ανάγκασαν τους μοναχούς να εγκαταλείψουν την Πολεμάρχα και να αποσυρθούν στη μονή Καλαμίου, στην ενδοχώρα της Επιδαυρίας. Έκτοτε η μονή δεν ξαναλειτούργησε.
Το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου χτίστηκε στα τέλη της Κλασικής εποχής (340–330 π.Χ.) στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους και θεωρείται το σημαντικότερο και τελειότερο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Σύμφωνα με τον Παυσανίας, δημιουργός του ήταν ο Πολύκλειτος ο Νεότερος. Το θέατρο φημίζεται για την αρμονία και την εξαιρετική ακουστική του.
Κατασκευάστηκε για μουσικούς και δραματικούς αγώνες προς τιμήν του Ασκληπιού και αργότερα επεκτάθηκε, αυξάνοντας τη χωρητικότητά του από 8.000 σε περίπου 14.000 θεατές. Το κοίλο είναι χτισμένο στην πλαγιά του λόφου και χωρίζεται σε δύο μέρη, ενώ στο κέντρο της κυκλικής ορχήστρας υπήρχε ο βωμός του Διονύσου.
Το σκηνικό οικοδόμημα ήταν διώροφο και διακοσμημένο με κίονες, ζωγραφικούς πίνακες και γλυπτά. Κατά τη Ρωμαιοκρατία διατήρησε τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού θεάτρου, παρά τις φθορές και τις επισκευές.
Το μνημείο ανασκάφηκε από τον Παναγής Καββαδίας στα τέλη του 19ου αιώνα και από τότε γίνονται συνεχώς εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης. Από το 1954 φιλοξενεί κάθε καλοκαίρι παραστάσεις αρχαίου δράματος στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου.
Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου υπήρξε το σημαντικότερο θεραπευτικό κέντρο του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου, αφιερωμένο στον Ασκληπιό και στενά συνδεδεμένο με την εξέλιξη της αρχαίας ιατρικής από τη θεϊκή ίαση προς μια πιο εμπειρική και συστηματική προσέγγιση. Η λατρεία στον χώρο έχει προϊστορικές ρίζες, με ιερά που χρονολογούνται ήδη από τη Μυκηναϊκή εποχή στον λόφο Κυνόρτιο, ενώ από τον 6ο αι. π.Χ. καθιερώνεται η λατρεία του Ασκληπιού και οργανώνεται το ιερό σύμπλεγμα του Απόλλωνα Μαλεάτα και του Ασκληπιού.
Η ανάπτυξη του πεδινού ιερού συνδέεται με την αυξανόμενη προσέλευση προσκυνητών και βασίζεται σε θεραπευτικές πρακτικές όπως η κάθαρση και η εγκοίμηση, με κεντρικό στοιχείο το νερό και το Ιερό Φρέαρ. Κατά την κλασική και ελληνιστική περίοδο το ιερό γνωρίζει μεγάλη ακμή, με εκτεταμένο οικοδομικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει σημαντικά μνημεία, όπως τον ναό του Ασκληπιού, το Άβατον, τη Θόλο και το θέατρο.
Παρά τις καταστροφές των ρωμαϊκών και ύστερων χρόνων, το Ασκληπιείο διατηρεί τη σημασία του και ανανεώνεται κατά την αυτοκρατορική περίοδο, ενώ η λατρεία συνεχίζεται έως την ύστερη αρχαιότητα. Οι συστηματικές ανασκαφές από τον 19ο αιώνα έως σήμερα έχουν αποκαλύψει την οργάνωση και λειτουργία του ιερού, αναδεικνύοντας την ιστορική και αρχαιολογική του αξία.
Στο μικρό Αρχαιολογικό Μουσείο της Επιδαύρου που βρίσκεται στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου του Ασκληπιείου είναι εκτεθειμένα πολλά από τα κινητά ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στο χώρο. Θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή στα εκθέματά του περιλαμβάνονται πολλά τμήματα αρχιτεκτονικών μελών από τις ανωδομές των πιο σημαντικών οικοδομημάτων του ιερού.
Δυτικά του σύγχρονου οικισμού της Παλαιάς Επιδαύρου, στην ανατολική, απότομη πλαγιά του υψώματος «Καταράχι», στη θέση «Νέρα», είχε εντοπιστεί και μερικώς ανασκαφεί από τα τέλη του 19ου αιώνα νεκροταφείο μυκηναϊκών χρόνων. Νέα στοιχεία έρχονται στο φως τα τελευταία χρόνια μετά από ανασκαφές σωστικού χαρακτήρα. Το νεκροταφείο ήταν οργανωμένο σε συστάδες θαλαμωτών τάφων, λαξευμένων στο φυσικό βράχο της περιοχής.
Η θέση «Μαγούλα» στην Ερμιόνη αποτελεί σημαντική προϊστορική εγκατάσταση της Ερμιονίδας, με ενδείξεις κατοίκησης που ανάγονται κυρίως στην Πρώιμη και Μέση Εποχή του Χαλκού. Τα αρχαιολογικά ευρήματα τεκμηριώνουν την ένταξή της στο δίκτυο των προϊστορικών οικισμών της Αργολίδας και υποδηλώνουν την ύπαρξη οργανωμένης ανθρώπινης δραστηριότητας, συνδεδεμένης με την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και τις επικοινωνίες της ευρύτερης περιοχής. Η θέση συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση της προϊστορικής κατοίκησης και της οικιστικής εξέλιξης της νοτιοανατολικής Αργολίδας.
Η Ερμιόνη, πρώην Καστρί, το γραφικότερο επίνειο της ανατολικής παραλίας της Ερμιονίδας εκτείνεται πάνω σ’ ένα ακρωτήριο που εισχωρεί στον ομώνυμο κόλπο και ορίζεται στο ανατολικό και δυτικό της άκρο από ορατές και σήμερα αρχαιότητες. Μέσα από τις αρχαίες γραπτές πηγές, τα ορατά ερείπια και τα ευρήματα των ανασκαφών μπορούμε να αναπλάσουμε της Ιστορία της αρχαίας πόλης.
Ο ναός της Κοίμησης στο Νέο Ηραίο είναι ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Αργολίδας. Ανήκει στον τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου εγγεγραμμένου σταυροειδούς ναού με τρούλλο. Ο ναός έχει όλα τα χαρακτηριστικά των σημαντικών μεσοβυζαντινών ναών της Αργολίδας (καθολικό Αγίας Μονής Ναυπλίου, Κοίμηση Αγίας Τριάδας, Παναγία Άργους).
Το κάστρο είναι κτισμένο σε δύο βραχώδεις κορυφές μιας απόκρυμνης κορυφογραμμής, δύο χιλιόμετρα ΒΔ του οικισμού της Θερμησίας. Συνδέεται με την παρουσία της αλυκής την οποία και προστάτευε. Εξαιτίας της φύσει οχυρής θέσης του το κάστρο αναφέρεται τον 15ο αιώνα ως απόρθητο. Εποπτεύει την κοιλάδα της θερμησίας, της Ερμιόνης καθώς επίσης και τον κόλπο της Ύδρας.
Ανατολικά της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, στα αριστερά του δρόμου που ανηφορίζει από την πεδιάδα των Ιρίων προς την Επιδαυρία, διατηρούνται κατάλοιπα αρχαίας λατόμευσης.
Η μονή είναι χτισμένη στην απότομη χαράδρα του Ράδου. Πρόκειται για τριώροφο μοναστικό σύμπλεγμα αποτελούμενο από κελλιά και χώρους που πλαισιώνουν το καθολικό και είναι προσαρμοσμένο στις κοιλότητες του απότομου φυσικού βράχου που δεσπόζει της κοιλάδας.
Στο βόρειο τμήμα των Ιρίων σώζεται ο ναός του Αγίου Νικολάου και πλησίον του τα κατάλοιπα ενός πύργου.
Στους πρόποδες του ορεινού όγκου που ορίζει την πεδιάδα των Ιρίων από βορρά, στην κορυφή βραχώδους λοφίσκου, διακρίνεται ένα μικρό οχυρό των ελληνιστικών χρόνων. Το οχυρό πιθανότατα κατασκευάστηκε στο τέλος του 4ου ή στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., σε μια περίοδο κατά την οποία οι συγκρούσεις μεταξύ των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου για την κυριαρχία στην Πελοπόννησο και το Αιγαίο ήταν συνεχείς.















