Κάστρο Θερμησίας, Ηλιόκαστρο

Ιστορικά στοιχεία

Το κάστρο Θερμήσι απαντά στις γραπτές πηγές με την ονομασία Trémis πρώτη φορά το 1347 στη διαθήκη του Gautier II de Brienne κόμη του Lecce, de jure δούκα των Αθηνών και de facto κυρίου του Άργους και της Ναυπλίας. Παραδόξως το κάστρο δεν αναφέρεται σε μια λίστα των κάστρων που χρονολογείται το 1377. Μετά τον θάνατό του οι κτήσεις του πέρασαν στον Guy d' Enghien, γιό της Ισαβέλλας de Brienne, αδερφής του Gautier. Η κόρη του Guy Μαρία, μετά τον θάνατο του συζύγου της, Πιέτρου Κορνάρου, πούλησε το 1388 τις κτήσεις τις στην Βενετία για το ποσό των 500 δουκάτων κατ΄ έτος για όσο διάστημα θα ζούσε. Πριν όμως οι Βενετοί προλάβουν να εγκατασταθούν εκεί τις κατέλαβε ο Δεσπότης του Μυστρά θεόδωρος Παλαιολόγος. Ο Θεοδωρος αντάλλαξε με τους Βενετούς το 1394 το Άργος και το Θερμίσιον για τα Μέγαρα και τον Πύργο του Μυλοποτάμου.

Μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς το 1460, το Θερμήσι όπως και άλλες περιοχές, παρέμεινε σε ενετικά χέρια. Το Θερμήσι αναφέρεται σε πολλά έγγραφα των τελών του 15ου αιώνα μαζί με της αλυκές της περιοχής. Το 1537 το κάστρο παραδόθηκε στον Οθωμανό Κασίμ πασά. Κατά την Β΄Ενετοκρατία η περιοχή περνά πάλι στα χέρια των Ενετών και εξακολουθεί να διατηρεί τη σημασία της λόγω των αλυκών. Το κάστρο φαίνεται να εξαφανίζεται από το προσκήνιο της ιστορίας μετά το 1715 οπότε και ανακαταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς.

Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση στο κάστρο διέμενε μια νεαρή όμορφη πριγκίπισσα. Στον απέναντι λόφο, τον επονομαζόμενο “βεζυροράχι” εγκαταστάθηκε ένας Τούρκος διοικητής, ο οποίος κατέλαβε το κάστρο με το ακόλουθο τέχνασμα: Ένας υποτελής του ντύθηκε κληρικός με αποτέλεσμα να γίνει δεκτός από την πριγκίπισσα. Όταν αυτός μπήκε στο κάστρο του Θερμησιού άνοιξε την πύλη και για τον Τούρκο διοικητή του. Η πριγκίπισσα τότε, προκειμένου να μην πιαστεί αιχμάλωτη, έπεσε από τις επάλξεις και σκοτώθηκε. Προφανώς ο θρύλος αυτός συνδέεται με μία από τις δύο καταλήψεις του κάστρου από τους Οθωμανούς.

 

Περιγραφή

Τα τείχη εκτείνονται σε δύο βράχους χωριζόμενους από έναν αυχένα, ακολουθώντας έτσι τη φυσική οχύρωση της θέσης. Το κάστρο αποτελείται από μιά γραμμή άμυνας και μία ακρόπολη. Η νότια πλευρά του κάστρου είναι απροσπέλαστη, γι' αυτό και δεν είχε τειχιστεί. Ατείχιστη είναι για τον ίδιο λόγο και η νότια πλευρά της ακρόπολης.

Η είσοδος της ακρόπολης θα πρέπει να βρισκόταν νότια της δεξαμενής, στην νοτιοανατολική πλευρά του τείχους που σήμερα βρίσκεται σε ερειπιώδη κατάσταση καθώς είναι το μόνο σημείο από όπου η μορφολογία του εδάφους θα επέτρεπε τη φυσική άνοδο.

Αντίστοιχα είναι πιθανόν να υπήρχε δεύτερη είσοδος στην βόρεια πλευρά του δυτικού σκέλους της οχύρωσης για την προσπέλαση του οικισμού. Οι μελετητές διατείνονται ότι υπήρχε κάποιου είδους κλίμακα που συνέδεε τα δύο τμήματα (την ακρόπολη με τον οχυρωμένο οικισμό) χωρίς βέβαια να υπάρχουν σαφείς ενδείξεις.

Στο χώρο που περικλείεται από τo τείχος και εκτός της ακρόπολης υπάρχουν πολυάριθμα λείψανα κτηρίων. Στην ακρόπολη του κάστρου σώζονται τα λείψανα μιας κινστέρνας κι ενός ναού ο οποίος έχει τοποθετηθεί από τους μελετητές χρονολογικά είτε στον 11ο-12ο αι. είτε μετά τον 13ο αι.

 

Λείψανα κτηρίων σώζονται εκτός των τειχών.

 

Στο κάστρο, με βάση τα σωζόμενα λείψανα, έχουν παρατηρηθεί από τους μελετητές δύο οικοδομικές φάσεις, από τις οποίες η πρώτη έχει τοποθετηθεί από τους μελετητές στα χρόνια μεταξύ 1395 και 1537, ενώ η δεύτερη στα χρόνια της Α΄Οθωμανοκρατίας οπότε και στο κάστρο σημειώθηκαν ορισμένες μετατροπές. Η ύπαρξη ενός μεσοβυζαντινού ναού στην κορυφή του κάστρου υποβάλλει την ιδέα χρήσης του χώρου αυτή την περίοδο. Ωστόσο χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση για την εξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων όσον αφορά στην ύπαρξη οχύρωσης τόσο για τα βυζαντινά χρόνια όσο και για τον 13ο αιώνα.