Μετάβαση στο κεντρικό περιεχόμενο

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ & ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΙΑΣ

Η διαδρομή ξεκινάει με την είσοδο στο Δήμο Επιδαύρου από τον δρόμο Κορίνθου-Επιδαύρου, με πρώτη στάση το μεσαιωνικό φρούριο της Πιάδας. Το επόμενο σημείο ενδιαφέροντος, με μια μικρή παράκαμψη από τον κεντρικό δικό άξονα σε χωμάτινο δρόμο είναι ο ναός Πολεμάρχα. Η διαδρομή συνεχίζει στην κατεύθυνση προς την Παλαιά Επίδαυρο με επίσκεψη, μέσα στον οικισμό, στο Μυκηναϊκό Νεκροταφείο και το Θέατρο της Αρχαίας Πόλης της Επιδαύρου (γνωστό και ως «Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου»). Έπειτα, προς τον αρχαιολογικό χώρο της Επιδαύρου με προορισμό τον οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο του Ασκληπιείου και κύρια σημεία ενδιαφέροντος το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Αρχαίο Θέατρο και τον περιβάλλοντα αρχαιολογικό χώρο. Σε μικρή απόσταση (με το αυτοκίνητο) ενδιαφέρον παρουσιάζει το Ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα. Στην πορεία προς το Λυγουριό ο επισκέπτης μπορεί να δει τους εκκλησιαστικούς ναούς της περιοχής (Ι. Ναός Αγ. Ιωάννη Θεολόγου και Ι. Ναός Αγ. Ιωάννη Ελεήμονα) καθώς και την «Πυραμίδα» του Λυγουριού. Η διαδρομή ολοκληρώνεται ακολουθώντας το παλιό οδικό δίκτυο, στην κατεύθυνση προς Ναύπλιο, όπου ο επισκέπτης μπορεί να δει – με μία μικρή παράκαμψη προς το Μετόχι - την Ακρόπολη της Καζάρμας, και, επιστρέφοντας στην κεντρική διαδρομή, το Θολωτό Τάφο της Καζάρμας και τη Μυκηναϊκή Γέφυρα.

 

Eκτιμώμενη διάρκεια διαδρομής: 2 ημέρες

(Σημ: Η αναφερόμενη διάρκεια των προτεινόμενων διαδρομών καθορίζεται από το χρόνο παραμονής στους οργανωμένους αρχαιολογικούς χώρους που αυτές περιλαμβάνουν, λόγω των συγκεκριμένων ωραρίων λειτουργίας τους.)

Το φρούριο βρίσκεται στην κορυφή βραχώδους υψώματος, επάνω από τον οικισμό της Πιάδας (σημ. Νέας Επιδαύρου). Η θέση του φρουρίου είναι στρατηγικής σημασίας καθώς την καθιστούσε αθέατη από την θάλασσα από την οποία απέχει ελάχιστα. Η επιλογή της θέσης εξυπηρετούσε την προστασία του οικισμού από τους πειρατές.

Κοντά στον οικισμό της Νέας Επιδαύρου, σε μια ερημική παραλία με πεύκα και ελαιόδεντρα, βρίσκεται η διαλυμένη μονή της Πολεμάρχας. Ιδρυτής της μονής υπήρξε ένας μοναχός που ονομαζόταν Αντώνιος. Εκεί τον ακολούθησαν δυο νεότεροι μοναχοί, ο Νήφων (μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως) και ο Ιωσήφ. Σύμφωνα με την παράδοση, μόνοι τους έφτιαξαν τον πρώτο πυρήνα της μονής γύρω στο 1400. Η μονή έφτασε σε ακμή τις επόμενες δεκαετίες με τη βοήθεια του Πατριάρχη Νήφωνα, οι αλλεπάλληλες όμως πειρατικές επιδρομές ανάγκασαν τους μοναχούς να εγκαταλείψουν την Πολεμάρχα και να αποσυρθούν στη μονή Καλαμίου, στην ενδοχώρα της Επιδαυρίας. Έκτοτε η μονή δεν ξαναλειτούργησε.

Δυτικά του σύγχρονου οικισμού της Παλαιάς Επιδαύρου, στην ανατολική, απότομη πλαγιά του υψώματος «Καταράχι», στη θέση «Νέρα», είχε εντοπιστεί και μερικώς ανασκαφεί από τα τέλη του 19ου αιώνα νεκροταφείο μυκηναϊκών χρόνων. Νέα στοιχεία έρχονται στο φως τα τελευταία χρόνια μετά από ανασκαφές σωστικού χαρακτήρα. Το νεκροταφείο ήταν οργανωμένο σε συστάδες θαλαμωτών τάφων, λαξευμένων στο φυσικό βράχο της περιοχής.

Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου υπήρξε το σημαντικότερο θεραπευτικό κέντρο του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου, αφιερωμένο στον Ασκληπιό και στενά συνδεδεμένο με την εξέλιξη της αρχαίας ιατρικής από τη θεϊκή ίαση προς μια πιο εμπειρική και συστηματική προσέγγιση. Η λατρεία στον χώρο έχει προϊστορικές ρίζες, με ιερά που χρονολογούνται ήδη από τη Μυκηναϊκή εποχή στον λόφο Κυνόρτιο, ενώ από τον 6ο αι. π.Χ. καθιερώνεται η λατρεία του Ασκληπιού και οργανώνεται το ιερό σύμπλεγμα του Απόλλωνα Μαλεάτα και του Ασκληπιού.

Η ανάπτυξη του πεδινού ιερού συνδέεται με την αυξανόμενη προσέλευση προσκυνητών και βασίζεται σε θεραπευτικές πρακτικές όπως η κάθαρση και η εγκοίμηση, με κεντρικό στοιχείο το νερό και το Ιερό Φρέαρ. Κατά την κλασική και ελληνιστική περίοδο το ιερό γνωρίζει μεγάλη ακμή, με εκτεταμένο οικοδομικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει σημαντικά μνημεία, όπως τον ναό του Ασκληπιού, το Άβατον, τη Θόλο και το θέατρο.

Παρά τις καταστροφές των ρωμαϊκών και ύστερων χρόνων, το Ασκληπιείο διατηρεί τη σημασία του και ανανεώνεται κατά την αυτοκρατορική περίοδο, ενώ η λατρεία συνεχίζεται έως την ύστερη αρχαιότητα. Οι συστηματικές ανασκαφές από τον 19ο αιώνα έως σήμερα έχουν αποκαλύψει την οργάνωση και λειτουργία του ιερού, αναδεικνύοντας την ιστορική και αρχαιολογική του αξία.

Στο μικρό Αρχαιολογικό Μουσείο της Επιδαύρου που βρίσκεται στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου του Ασκληπιείου είναι εκτεθειμένα πολλά από τα κινητά ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στο χώρο. Θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή στα εκθέματά του περιλαμβάνονται πολλά τμήματα αρχιτεκτονικών μελών από τις ανωδομές των πιο σημαντικών οικοδομημάτων του ιερού.

Το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου χτίστηκε στα τέλη της Κλασικής εποχής (340–330 π.Χ.) στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους και θεωρείται το σημαντικότερο και τελειότερο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Σύμφωνα με τον Παυσανίας, δημιουργός του ήταν ο Πολύκλειτος ο Νεότερος. Το θέατρο φημίζεται για την αρμονία και την εξαιρετική ακουστική του.

Κατασκευάστηκε για μουσικούς και δραματικούς αγώνες προς τιμήν του Ασκληπιού και αργότερα επεκτάθηκε, αυξάνοντας τη χωρητικότητά του από 8.000 σε περίπου 14.000 θεατές. Το κοίλο είναι χτισμένο στην πλαγιά του λόφου και χωρίζεται σε δύο μέρη, ενώ στο κέντρο της κυκλικής ορχήστρας υπήρχε ο βωμός του Διονύσου.

Το σκηνικό οικοδόμημα ήταν διώροφο και διακοσμημένο με κίονες, ζωγραφικούς πίνακες και γλυπτά. Κατά τη Ρωμαιοκρατία διατήρησε τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού θεάτρου, παρά τις φθορές και τις επισκευές.

Το μνημείο ανασκάφηκε από τον Παναγής Καββαδίας στα τέλη του 19ου αιώνα και από τότε γίνονται συνεχώς εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης. Από το 1954 φιλοξενεί κάθε καλοκαίρι παραστάσεις αρχαίου δράματος στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου.

Το Ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα κατέχει τη βόρεια πλαγιά του ανατολικότερου υψώματος του Κυνόρτιου όρους. Σε χρόνους πολύ παλιούς, δίπλα στις πηγές των άφθονων νερών γεννήθηκε η λατρεία που αργότερα συνεχίστηκε και άνθισε στο Ασκληπιείο, στην κοιλάδα που απλώνεται κάτω από τους δυτικούς πρόποδες του όρους, όπου έχει λαξευτεί το Θέατρο.

Ο ναός βρίσκεται νοτίως του δρόμου που οδηγεί προς τη Νέα Επίδαυρο και χρονολογείται στο β΄ μισό του 11ου ή στις αρχές του 12ου αι. Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του απλού δίστυλου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρεις τρίπλευρες αψίδες στα ανατολικά.

Σε κεντρικό σημείο του οικισμού βρίσκεται η σημαντική βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονα. Ο ναός ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο του απλού δικιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με μία τρίπλευρή αψίδα εξέχουσα ανατολικά και νάρθηκα στα δυτικά. Μαΐστορας του ναού ήταν ο Θεοφύλακτος από την Κέα, που μας είναι γνωστός από σπάνια εγχάρακτη επίκληση στην εξωτερική πλευρά της βόρειας θύρας.

Η «Πυραμίδα» Λυγουριού είναι λιθόκτιστο μνημείο της Αργολίδας, πιθανώς αγροτικού ή αμυντικού χαρακτήρα, που χρονολογείται στην Ύστερη Κλασική–Ελληνιστική περίοδο (4ος–3ος αι. π.Χ.). Η λειτουργία της παραμένει υπό συζήτηση, ενώ εντάσσεται στο δίκτυο μικρών οχυρώσεων γύρω από το Ασκληπιείο Επιδαύρου.

Η Ακρόπολη της Καζάρμας βρίσκεται σε ύψωμα κοντά στο χωριό Αρκαδικό. Η θέση του κάστρου είναι σημαντική, γιατί αποτελούσε το κυριότερο πέρασμα από την αργολική πεδιάδα προς την περιοχή της Επιδαυρίας. 

Ο θολωτός τάφος της Καζάρμας βρίσκεται στη νότια πλαγιά του ομώνυμου λόφου στην ενδοχώρα, ανατολικά της αργολικής πεδιάδας. Η στρατηγική θέση του τάφου κοντά στο μυκηναϊκό δρόμο που οδηγούσε στην ανατολική ακτή της Αργολίδας, η μνημειακή του κατασκευή και το επίπεδο πλούτου που αντιπροσωπεύουν τα πολύτιμα και εξωτικού χαρακτήρα κτερίσματα, παραπέμπουν σε μια τοπική, περιφερειακή ηγεμονία του 15ου αι. π.Χ.

Η Μυκηναϊκή γέφυρα της Καζάρμας αποτελεί τεχνικό έργο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και εντάσσεται στο οδικό δίκτυο της μυκηναϊκής Αργολίδας. Πρόκειται για λιθόκτιστη κατασκευή, η οποία εξυπηρετούσε τη διέλευση σε δύσβατο φυσικό περιβάλλον και συνδεόταν με την επικοινωνία μεταξύ μυκηναϊκών κέντρων και περιφερειακών οικισμών.

Η κατασκευή της βασίζεται στην εκφορική (ψευδοθολωτή) τεχνική, χαρακτηριστική της μυκηναϊκής μηχανικής, και αποτελεί σημαντικό τεκμήριο της οργανωμένης υποδομής και της τεχνολογικής εξέλιξης της περιόδου.