Μνημεία & Μουσεία
Δυτικά του Άργους κοντά στο χωριό Μερκούρι και στη διασταύρωση προς Αρία- Μάζι στη θέση Αγριλόβουνο – Σπηλιά πάνω σε μικρό γήλοφο σώζονται αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που η έρευνα και οι γραπτές πηγές (Παυσανίας ΙΙ, 25,2) ταυτίζουν με την αρχαία Οινόη.
Περιορισμένη έρευνα στη Μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας πραγματοποιήθηκε το 1907 από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Οι πρώτες όμως δοκιμαστικές ανασκαφές έγιναν το 1939 από το Σουηδό αρχαιολόγο Axel Persson, τον ανασκαφέα των Δενδρών και της Ασίνης. Το 1963 άρχισε η Ελληνοσουηδική συνεργασία στη Μιδέα από τους Νικόλαο Βερδελή και Paul Astrom με μικρή δοκιμαστική έρευνα κοντά στην Ανατολική Πύλη. Το 1983 άρχισαν οι συστηματικές ελληνοσουηδικές ανασκαφές στην Ακρόπολη, υπό τη διεύθυνση της Δρος Καίτης Δημακοπούλου, τότε Έφορου Αρχαιοτήτων Αργολιδοκορινθίας, και του καθηγητή του Πανεπιστημίου του Goteborg P. Astrom, τον οποίο διαδέχτηκε το 2000 η Διευθύντρια του Σουηδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Δρ. Ann-Louise Schallin. Στην ανασκαφή συμμετέχει η αρχαιολόγος Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου, Διευθύντρια της Γ΄ Εφορείας Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών. Τα ευρήματα από τις συστηματικές ανασκαφές απέδειξαν τη σημασία της Μιδέας ως μεγάλου Μυκηναϊκού κέντρου της Αργολίδας, ισάξιου των Μυκηνών και της Τίρυνθος. Η συνεχιζόμενη ανασκαφική έρευνα του χώρου με σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους και υπό το φως των νεώτερων συμπερασμάτων της αρχαιολογικής έρευνας, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά έργα που εκτελούνται στην Ελλάδα. Εξάλλου οι συστηματικές ανασκαφές οδήγησαν στη διαμόρφωση της Μυκηναϊκής Ακρόπολης και την ανάδειξή της ως οργανωμένου επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου.
Ετήσιες προκαταρκτικές εκθέσεις για τις Ελληνοσουηδικές ανασκαφές στη Μιδέα δημοσιεύονται στο Σουηδικό επιστημονικό περιοδικό Opuscula Atheniensia από το 1986 και εξής.
Το φρούριο στη μικρή νησίδα του λιμένος του Ναυπλίου, που είναι γνωστό με την ονομασία «Μπούρτζι», κατασκευάστηκε το 1471, από τους Ενετούς από τον αρχιτέκτονα Antonio Gambello και είναι ένα από τα σημαντικότερα τμήματα των οχυρώσεων της ιστορικής πόλης.
Οι Μυκήνες θεωρούνται το βασίλειο του μυθικού βασιλιά Αγαμέμνονος και συνδέονται στενά με τα έπη του Ομήρου. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ιδρυτής της πόλης ήταν ο Περσέας, ενώ αργότερα βασίλεψε ο οίκος των Ατρειδών με κορυφαία μορφή τον Αγαμέμνονα.Η περιοχή κατοικείται από τη Νεολιθική εποχή (7η χιλιετία π.Χ.), αλλά η μεγάλη ακμή της σημειώθηκε κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1350–1200 π.Χ.). Οι ηγεμόνες των Μυκηνών απέκτησαν πλούτο και ισχύ μέσω εκτεταμένων εμπορικών σχέσεων με τη Μεσόγειο.Κατά τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. οικοδομήθηκαν τα ανάκτορα και τα περίφημα κυκλώπεια τείχη, ενώ δημιουργήθηκαν μνημεία όπως η Πύλη των Λεόντων και ο Θησαυρός του Ατρέα.Περί το 1200 π.Χ. η πόλη υπέστη σοβαρές καταστροφές και τελικά εγκαταλείφθηκε γύρω στο 1100 π.Χ. Στους ιστορικούς χρόνους οι Μυκήνες διατήρησαν τη φήμη τους χάρη στην παράδοση και τα ομηρικά έπη, αλλά έχασαν την πολιτική τους δύναμη. Το 468 π.Χ. κατακτήθηκαν από το Άργος.Το ενδιαφέρον για τον χώρο αναζωπυρώθηκε τον 19ο αιώνα, κυρίως με τις ανασκαφές του Ερρίκου Σλίμαν, που αποκάλυψε τους βασιλικούς τάφους με τα σημαντικά ευρήματα. Οι ανασκαφές, η συντήρηση και η ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου συνεχίζονται μέχρι σήμερα.Οι Μυκήνες αποτέλεσαν το ισχυρότερο ανακτορικό κέντρο της μυκηναϊκής Ελλάδας και ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της ελληνικής προϊστορίας, συνδυάζοντας ιστορική πραγματικότητα, αρχαιολογικό πλούτο και μυθολογική παράδοση.
Ο εκθεσιακός χώρος του μουσείου καταλαμβάνει περίπου το ένα τέταρτο του κτηρίου και αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα με τρεις αίθουσες. Στην είσοδο ο επισκέπτης συναντά τον θολωτό τάφο των Λεόντων και στη συνέχεια οδηγείται σε έναν μεγάλο προθάλαμο, όπου εκτίθενται μακέτα της ακρόπολης και πληροφορίες για τις Μυκήνες και τις ανασκαφές τους.
Η έκθεση οργανώνεται σε τέσσερις θεματικές ενότητες. Η πρώτη αίθουσα παρουσιάζει την καθημερινή ζωή των Μυκηναίων και τα ευρήματα από τα διάφορα κτιριακά συγκροτήματα. Η δεύτερη είναι αφιερωμένη στα ταφικά έθιμα και περιλαμβάνει αντικείμενα από τους Ταφικούς Κύκλους Α και Β και από άλλους τάφους της περιοχής. Στην τρίτη αίθουσα παρουσιάζονται η χρήση του χώρου κατά τους ιστορικούς χρόνους και οι δραστηριότητες που ανέδειξαν τον μυκηναϊκό πολιτισμό.
Το μουσείο διαθέτει επίσης αποθήκες με σημαντικό αρχαιολογικό υλικό, εργαστήρια συντήρησης κεραμικών και μεταλλικών αντικειμένων, καθώς και χώρους γραφείων και βιβλιοθήκη για την υποστήριξη της επιστημονικής έρευνας.
Ο πύργος βρίσκεται μεταξύ Μύλων και Κυβερίου, νότια του φρουρίου Κιβερίου, επάνω σε χαμηλό ύψωμα.Η προφορική παράδοση θέλει τον πύργο να ανήκε σε μια πριγκίπισσα που ζούσε εκεί παλιά. Ήταν δε τόσο όμορφη που, προκειμένου να μην την βλέπουν όταν θα πήγαινε στη θάλασσα, είχε κατασκευαστεί υπόγειο πέρασμα από την ακτή μέχρι τον πύργο.
Το Φρούριο των Μύλων βρίσκεται στο νότιο όριο της αργολικής πεδιάδας κοντά στη θάλασσα, στο Ποντίνο λόφο. Έχει οπτική επαφή με το κάστρο της Λάρισας και την Ακροναυπλία και ελέγχει τον αργολικό κάμπο και την νότια είσοδο του αργολικού κόλπου. Το κάστρο βρίσκεται πίσω από τον οικισμό των Μύλων ο οποίος παλαιότερα ήταν γνωστός ως Κιβέρι. Ο σημερινός οικισμός Κιβέρι βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα. Το κάστρο αποτελείται από ακρόπολη και εξωτερικό περίβολο. Συνολικά έχει έκταση 9,4 στρέμματα και περίμετρο 440 μέτρα. Η χάραξη της οχύρωσης είναι προσεγμένη και η κατασκευή επιμελής.
Το σπουδαίο γλυπτό μνημείο των νεώτερων χρόνων βρίσκεται στην περιοχή της Πρόνοιας, κοντά στο νεκροταφείο των Αγίων Πάντων. Σύμφωνα με την επιγραφή που το συνοδεύει, λαξεύτηκε το 1840-1841 με χορηγία του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄ στη μνήμη των Βαυαρών στρατιωτών που πέθαναν από τύφο το 1833-1834 και είχαν ενταφιαστεί στην περιοχή αυτή
Για πρώτη φορά ο λόφος του Παλαμηδίου οχυρώθηκε από τους Ενετούς στη διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας (1686-1715) με ένα τέλειο σύστημα συγχρονισμένης οχύρωσης. Το Παλαμήδι είναι ένα τυπικό φρούριο μπαρόκ, σε σχέδια των μηχανικών Giaxich και Lasalle. Το 1715 καταλήφθηκε από τον Τούρκους οι οποίοι το κράτησαν μέχρι το 1822, οπότε και πέρασε στην ελληνική επικράτεια.
Το αρχαιολογικό μουσείο Ναυπλίου στεγάζεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 στο επιβλητικό Ενετικό τριώροφο κτήριο που ορίζει τη δυτική πλευρά της πλατείας Συντάγματος. Από το 2003 έως το 2008 πραγματοποιήθηκε ανακαίνιση του μουσείου στο πλαίσιο του έργου «Βελτίωση – Αναβάθμιση Αρχαιολογικού Μουσείου Ναυπλίου» με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μουσειολογικό πρόγραμμα της νέας έκθεσης διαρθρώνεται σε θεματικές ενότητες που παρουσιάζουν τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στην Αργολίδα από την απώτατη προϊστορία έως και τη μεγαλύτερη αρχαιότητα.
Λίγα μέτρα νοτιοανατολικά του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, βρίσκεται ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου. Ο ναός αποτελεί μέλος μιας ομάδας ναών του ίδιου τύπου που ανεγέρθηκαν στην Αργολίδα στα τέλη του 17ου αιώνα, κατά την περίοδο της Β’ Ενετοκρατίας.
Πρόκειται για μικρό ναό που ανήκει στον σχετικά σπάνιο τύπο του συνεπτυγμένου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού. Οι μικρές διαστάσεις του ναού, η προσεγμένη τοιχοποιία και ο ‘αθηναϊκού’ τύπου τρούλλος με τα λοξότμητα πώρινα γείσα, προσθέτουν χάρη και κομψότητα στο μνημείο που χρονολογείται στην πρώτη πεντηκονταετία του 12ου αιώνα.
Η ακρόπολη στη θέση «Μεγάλος Μαστός» στην Προσύμνη Αργολίδας αποτελεί προϊστορική οχυρωμένη εγκατάσταση της Πρώιμης και Μέσης Εποχής του Χαλκού. Η θέση, λόγω της φυσικά οχυρής τοπογραφίας της, εντασσόταν στο δίκτυο των προϊστορικών οικισμών της Αργολίδας και έλεγχε σημαντικούς δρόμους επικοινωνίας της περιοχής.
Η χρήση της ανάγεται στην 3η και 2η χιλιετία π.Χ. και παρουσιάζει συνέχεια κατοίκησης, συνιστώντας σημαντικό κρίκο στην εξέλιξη των πρώιμων οικιστικών δομών που οδήγησαν στη διαμόρφωση των μυκηναϊκών κέντρων.
Η ρωμαϊκή δεξαμενή στην Προσύμνη Αργολίδας αποτελεί υδραυλική εγκατάσταση της Αυτοκρατορικής περιόδου, ενταγμένη στο πλαίσιο της ρωμαϊκής διαχείρισης υδάτινων πόρων στην αγροτική ενδοχώρα. Η κατασκευή της συνδέεται με την κάλυψη υδρευτικών και αγροτικών αναγκών της περιοχής και ενδεχομένως με τη λειτουργία γειτονικών εγκαταστάσεων.
Η δεξαμενή ακολουθεί τυπικές ρωμαϊκές τεχνικές στεγανοποίησης με υδραυλικό κονίαμα και χρονολογείται πιθανότατα μεταξύ 1ου και 3ου αιώνα μ.Χ., αντανακλώντας την ανάπτυξη οργανωμένων υδραυλικών υποδομών κατά τη ρωμαϊκή περίοδο στην Αργολίδα.
Τα ρωμαϊκά λουτρά της Προσύμνης Αργολίδας αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα μικρής λουτρικής εγκατάστασης της ρωμαϊκής περιόδου στην αγροτική ενδοχώρα της Αργολίδας. Η αρχιτεκτονική τους ακολουθεί τον τυπικό οργανωτικό άξονα των ρωμαϊκών θερμών, με διαδοχή θερμών και ψυχρών χώρων και εφαρμογή συστήματος υποκαύστων.
Η κατασκευή τους εντάσσεται στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορική περίοδο, πιθανότατα μεταξύ 1ου και 3ου αιώνα μ.Χ., και αντανακλά την υιοθέτηση ρωμαϊκών τεχνολογικών και κοινωνικών προτύπων από τις τοπικές κοινότητες της Αργολίδας.
Ο μυκηναϊκός δρόμος Μυκηνών–Προσύμνης αποτελεί σημαντικό έργο υποδομής της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Αργολίδα, που συνέδεε το ανακτορικό κέντρο των Μυκηνών με την αγροτική ενδοχώρα της Προσύμνης. Η διαδρομή, μήκους περίπου 7 χιλιομέτρων, μαρτυρεί οργανωμένο σχεδιασμό και προηγμένες τεχνικές κατασκευής, όπως επιχωματώσεις και διαμορφώσεις του φυσικού αναγλύφου. Εντάσσεται στο ευρύτερο δίκτυο μυκηναϊκών επικοινωνιών και αντανακλά τον διοικητικό και οικονομικό έλεγχο του ανακτορικού συστήματος στην περιφέρεια.















