Μετάβαση στο κεντρικό περιεχόμενο

Μνημεία & Μουσεία

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ 93

Πρόκειται για ξυλόστεγο ναό με δίρριχτη κεραμοσκεπή στέγη λίγα μέτρα βορειότερα των λειψάνων του ρωμαϊκού λουτρού. Πιθανότατα ο σημερινός ναός καλύπτει τμήμα παλαιότερου παλαιοχριστιανικού ναού ή σχετίζεται με τα αρχαιότερα λουτρά.

Ο βυζαντινός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Προσύμνη Αργολίδας χρονολογείται στον 12ο αιώνα μ.Χ. και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μεσοβυζαντινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. Ανήκει στον τύπο του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο και παρουσιάζει τυπικά στοιχεία της εποχής, όπως την επιμελημένη τοιχοποιία και τη διακοσμητική αρμονία των όψεων. Παρά τις μεταγενέστερες επεμβάσεις, διατηρεί σημαντικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και αποτελεί αξιόλογο μνημείο της βυζαντινής παρουσίας στην Αργολίδα.

Κατά το β΄μισό του 6ου αιώνα μ.Χ. ιδρύθηκε στο Πύργουθι, στην κοιλάδα του Μπερμπατίου, μια αγροικία στην οποία ενσωματώθηκαν τα ερείπια ελληνιστικού πύργου που προϋπήρχε στη θέση αυτή. Ένας ληνός, ένα πιεστήριο καθώς και αποθηκευτικοί χώροι, που περιείχαν μεγάλους αμφορείς και πιθάρια, δείχνουν ότι ο μετασκευασμένος πύργος χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή και αποθήκευση κρασιού.

Ο θολωτός τάφος της Προσύμνης αποτελεί σημαντικό μυκηναϊκό ταφικό μνημείο της Αργολίδας, χρονολογούμενο στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού (15ος–13ος αι. π.Χ.). Συνδέεται με την ανάπτυξη της μυκηναϊκής Προσύμνης ως περιφερειακού κέντρου σε στενή σχέση με τις Μυκήνες και εντάσσεται στο πλαίσιο της ταφικής αρχιτεκτονικής της τοπικής ελίτ. Σε συνδυασμό με το εκτεταμένο νεκροταφείο θαλαμοειδών τάφων της περιοχής, το μνημείο παρέχει σημαντικά δεδομένα για την κοινωνική οργάνωση, τα ταφικά έθιμα και την οικονομική ισχύ της μυκηναϊκής κοινότητας.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου βρίσκεται στον οικισμό της Πυργέλλας στα ανατολικά της πόλης του Άργους. Ο ναός ανήκει στην ομάδα ναών που ανεγέρθηκαν στην Αργολίδα στα τέλη του 17ου ή τις αρχές του 18ου αιώνα κατά τη διάρκεια της Β’ Ενετοκρατίας.

Η οχύρωση, σε ερειπιώδη κατάσταση, εντοπίζεται σε λόφο στο νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού Ρόμβη. Η διαμόρφωση της κάτοψης καθορίστηκε από τα τοπογραφικά χαρακτηριστικά του λόφου. Αποτελείται από έναν εξωτερικό περίβολο και μια ακρόπολη. Εντός των τειχών σώζονται ερείπια μιας κινστέρνας, και ενός ναού στην κορυφή του λόφου.

Το 1913 ανασκάφηκε ένας θολωτός τάφος στη δυτική κλιτύ του λόφου του Προφήτη Ηλία, σε απόσταση 1 περίπου χιλιομέτρου από την ακρόπολη της Τίρυνθας.

Η Τίρυνθα κατοικήθηκε για πρώτη φορά στη Νεολιθική εποχή (7 η -4 η χιλιετία π.Χ.), όπως μαρτυρούν τα λιγοστά κεραμικά ευρήματα που προήλθαν από τα βαθύτερα αρχαιολογικά στρώματα, και παρέμεινε αδιάλειπτα σε χρήση μέχρι την εποχή που ιδρύθηκε η επιβλητική της οχύρωση.Η μυκηναϊκή ακρόπολη της Τίρυνθας δεσπόζει πάνω σε ένα βραχώδη λόφο, στο μυχό του αργολικού κόλπου και σε μικρή απόσταση από το Ναύπλιο. Με το ανακτορικό της συγκρότημα που περικλείεται μέσα στα ισχυρά επιβλητικά της τείχη, για τα οποία ο Όμηρος τη χαρακτηρίζει «τειχιόεσσα», η Τίρυνθα αντιπροσωπεύει, μαζί με τις Μυκήνες και το ανάκτορο του Νέστορα, το απόγειο του μυκηναϊκού πολιτισμού, του θεμέλιου λίθου της αρχαίας Ελλάδας.Ο λόφος της Τίρυνθας πρωτοκατοικήθηκε στη Νεολιθική περίοδο, περίπου από το 5000 π.Χ. και έκτοτε παρουσιάζει αδιάλειπτη συνέχεια στην κατοίκηση, όπως μαρτυρούν οι αλλεπάλληλοι οικισμοί της Εποχής του Χαλκού. Αν και τα μεγάλης κλίμακας έργα της Μυκηναϊκής εποχής κατέστρεψαν σχεδόν ολοσχερώς τα προγενέστερα κατάλοιπα, διασώθηκε εντούτοις στο ψηλότερο σημείο του λόφου ένα τεράστιο κυκλικό κτίριο διαμέτρου 28 μ., που χρονολογείται στο α΄ μισό της 3ης χιλιετίας π.Χ. και αποτελεί ένα σπάνιο όσο και αινιγματικό εύρημα. Η οχύρωση του λόφου ξεκίνησε το 14ο αι. και ολοκληρώθηκε στα τέλη του επόμενου. Τα ισχυρά τείχη, που η περίμετρός τους αγγίζει τα 750 μ. και το πλάτος τους κυμαίνεται από 4.5 έως 7 μ., περιέτρεχαν το λόφο, με μια διάταξη που διαιρούσε το χώρο σε τρία επίπεδα διαμόρφωσης: την άνω, μέση και κάτω ακρόπολη. Παλαιότερο από αυτό των Μυκηνών και το επιβλητικότερο των μυκηναϊκών ακροπόλεων, το οχυρωματικό τείχος της Τίρυνθας θυμίζει εύγλωττα το χαρακτηρισμό κυκλώπεια τείχη, που οι αρχαίοι Έλληνες απέδωσαν στη μυκηναϊκή τοιχοδομία: μόνο οι μυθικοί Κύκλωπες θα μπορούσαν να έχουν την τιτάνια δύναμη που χρειαζόταν για να μετακινηθούν οι τεράστιοι ογκόλιθοι των τειχών αυτών. Η περιτειχισμένη περιοχή περιέκλειε το τοιχογραφημένο ανάκτορο και τους δημόσιους χώρους, ενώ η πόλη, οργανωμένη σε οικοδομικά τετράγωνα συνολικής έκτασης περίπου 250 στρεμμάτων, εκτεινόταν εκτός των τειχών και γύρω από την ακρόπολη. Ειδικά διαμορφωμένοι διάδρομοι, οι λεγόμενες σύριγγες, οδηγούσαν στους αποθηκευτικούς και εργαστηριακούς χώρους και διευκόλυναν την επικοινωνία εντός και εκτός των τειχών, ενώ ειδικά σχεδιασμένες εγκαταστάσεις εξασφάλιζαν ασφαλή και συνεχή ανεφοδιασμό σε νερό. Τα χαρακτηριστικά αυτά, που απαντούν και στις Μυκήνες, καθιστούσαν τις δύο μεγαλύτερες ακροπόλεις της Αργολίδας πραγματικά απόρθητα φρούρια, ικανά να αντέξουν μακροχρόνιες πολιορκίες, αποθαρρύνοντας τυχόν επίδοξους  εισβολείς. Η τύχη της Τίρυνθας ακολούθησε εκείνη των Μυκηνών· μετά την πτώση του μυκηναϊκού ανακτορικού πολιτισμού γύρω στα 1200 π.Χ., η ακρόπολη της Τίρυνθας μετατράπηκε σε χώρο λατρείας. Όταν ο περιηγητής Παυσανίας επισκέφτηκε την Τίρυνθα το 2ο αι. μ.Χ., αντίκρισε σωρούς ερειπίων σε μια ερημωμένη περιοχή.

 

 

Δύο χιλιόμετρα ανατολικά της Νέας Τίρυνθας και 5 περίπου χιλιόμετρα από την ακρόπολη της Τίρυνθας έχει εντοπισθεί ένα μοναδικό τεχνικό έργο της αρχαιότητας. Στο χώρο αυτό έχει κατασκευασθεί ένα τεράστιο ανάχωμα που έφερε επένδυση από ογκόλιθους στα όριά του -ορισμένοι ογκόλιθοι είναι σήμερα ορατοί- με στόχο την εκτροπή των ομβρίων του χειμάρρου του Μάνεσι που φαίνεται πως κατευθυνόταν προς την Τίρυνθα και προκαλούσε πλημμύρες ήδη από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (ΠΕΙΙ).

Το μνημείο αποτελεί λιθόκτιστη κατασκευή ορθογώνιας κάτοψης με διατήρηση σε σημαντικό ύψος και πολυγωνική λιθοδομή συγκρίσιμη με εκείνη του Ελληνικού. Εσωτερικά οργανώνεται σε τέσσερα διαμερίσματα, ενώ διαθέτει είσοδο στην ανατολική πλευρά με μηχανισμό ασφάλισης και υδραυλικές διαμορφώσεις (αγωγοί απορροής), γεγονός που υποδηλώνει σύνθετη λειτουργική οργάνωση.

Η μορφολογία του περιλαμβάνει επίπεδη πλάκα στέψης χωρίς εμφανή στοιχεία στήριξης στέγης, ενώ η απουσία ανοιγμάτων και το περιορισμένο οπτικό πεδίο δημιουργούν ερμηνευτικά ζητήματα ως προς τη λειτουργία του ως αμιγώς οχυρωματικού πύργου. Η χρονολόγηση παραμένει υπό συζήτηση, με πιθανή απόδοση στον 4ο αιώνα π.Χ., βάσει τυπολογικών συγκρίσεων και της βιβλιογραφικής πρότασης του Lord.

Η περιοχή των Φιχτίων στην Αργολίδα παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχαιολογικό και γεωστρατηγικό ενδιαφέρον, καθώς εντάσσεται στο ευρύτερο δίκτυο εγκαταστάσεων και οχυρώσεων της μυκηναϊκής και μεταγενέστερης αρχαιότητας. Σε άμεση συσχέτιση με την ακρόπολη των Μυκήνες και το σύστημα ελέγχου της αργολικής πεδιάδας, το δυτικό πέρασμα των Φιχτίων λειτουργούσε ως κρίσιμος άξονας επικοινωνίας μεταξύ Άργους και Κορινθίας, στοιχείο που υπογραμμίζει τη στρατηγική σημασία της περιοχής ήδη από τη Μυκηναϊκή περίοδο.

Παράλληλα, η παρουσία ταφικών και οικιστικών καταλοίπων στη δυτική ζώνη της επικράτειας των Μυκηνών μαρτυρά την έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα και την εκτεταμένη χρήση του χώρου, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνεται με σαφήνεια η ύπαρξη ενιαίου εξωτερικού αμυντικού συστήματος αντίστοιχου της κυρίως ακρόπολης και των Κυκλώπειες οχυρώσεις.

Κατά την ύστερη κλασική και ελληνιστική περίοδο, η περιοχή φαίνεται να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα αγροτικών εγκαταστάσεων, πιθανώς με οχυρωματικό και επιτηρητικό χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων πύργων και αγροικιών που εξυπηρετούσαν τόσο την προστασία της αγροτικής παραγωγής όσο και την επιτήρηση των οδικών διαβάσεων. Η πιθανή λειτουργία αυτών των εγκαταστάσεων ως σημείων οπτικής επικοινωνίας προς τα αστικά κέντρα του Άργος και του Ακροκόρινθος παραμένει ερευνητικά υπό διερεύνηση και δεν έχει πλήρως τεκμηριωθεί ως οργανωμένο σύστημα.

Συνολικά, η αρχαιολογική εικόνα των Φιχτίων αναδεικνύει έναν χώρο με διαχρονική στρατηγική σημασία, όπου η ανθρώπινη εγκατάσταση και η αμυντική δραστηριότητα διαμορφώνονται από τη γεωγραφική θέση και τη λειτουργία του ως κομβικού περάσματος μεταξύ σημαντικών πολιτικών και οικονομικών κέντρων της αρχαιότητας.

Ο πύργος στη θέση Φούρνοι Αργολίδας εντάσσεται στο δίκτυο μικρών αγροτικών και αμυντικών εγκαταστάσεων της Ύστερης Κλασικής – Ελληνιστικής περιόδου (4ος–3ος αι. π.Χ.). Η κατασκευή σχετίζεται με την εποπτεία της υπαίθρου, τον έλεγχο των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και την προστασία των τοπικών οδικών αξόνων της αργολικής πεδιάδας. Η μορφολογία του μνημείου παραπέμπει σε πολυλειτουργική χρήση, συνδυάζοντας οικιστικά και αμυντικά χαρακτηριστικά στο πλαίσιο της οργανωμένης εκμετάλλευσης της γης από τα κέντρα της Αργολίδας.

Στο δυτικό άκρο του κόλπου της Κοιλάδας, στη νοτιοανατολική Αργολίδα, στο σπήλαιο Φράγχθι, εντοπίστηκαν τα αρχαιότερα κατάλοιπα ανθρώπινης δραστηριότητας στην περιοχή της Ερμιονίδας, τα οποία χρονολογούνται στην Ανώτερη Παλαιολιθική περίοδο, στα 28000 π.Χ. περίπου. Για 13000 περίπου χρόνια το σπήλαιο κατοικήθηκε περιοδικά από μικρές ομάδες περαστικών κυνηγών, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν λίθινα εργαλεία από πυριτόλιθο για το κυνήγι και τον τεμαχισμό του κρέατος μεγάλων ζώων, όπως άγριων αλόγων και ελαφιών.

<   6 από 6