Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών

Περιηγηθείτε στον Αρχαιολογικό Χώρο Μυκηνών

Η αναγκαιότητα ίδρυσης ενός νέου αρχαιολογικού μουσείου για την αποθήκευση και έκθεση των ευρημάτων των ανασκαφών ενός και πλέον αιώνα στις Μυκήνες είχε γίνει επιτακτική στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν ο Γεώργιος Ε. Μυλωνάς σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού επέλεξε με τη σοφία που διέθετε τη θέση του στις βόρειες υπώρειες της Ακροπόλεως κάμπτοντας τις ενστάσεις των τοπικών εκπροσώπων που επιθυμούσαν την ίδρυση του νέου μουσείου στον παρακείμενο οικισμό.

Η ευρηματική μελέτη που εκπονήθηκε από αρχιτέκτονες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας πέτυχε να εντάξει αρμονικά το κτήριο στο ευρύτερο φυσικό και αρχαιολογικό περιβάλλον. Πρόσφερε έτσι μια διακριτική και λειτουργική λύση που προέβλεπε χώρους για την αποθήκευση, τη συντήρηση και τη μελέτη των πολυάριθμων ευρημάτων, αλλά και για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών, καθώς και έναν υπέροχα διευθετημένο εκθεσιακό χώρο.

Διατεταγμένο βαθμιδωτά στην πλαγιά του λόφου άρχισε να οικοδομείται το 1984 και ολοκληρώθηκε το 1997 παρακάμπτοντας οικονομικά προβλήματα και άλλου είδους ανασχέσεις. Από το 1998 έως το 2003 που εγκαινιάστηκε το νέο μουσείο μεταφέρθηκαν στις αποθήκες του περί τα 35.000 κινητά ευρήματα που φυλάσσονταν διάσπαρτα σε διάφορους αποθηκευτικούς χώρους, εκπονήθηκε η μουσειολογική και μουσειογραφική μελέτη και ολοκληρώθηκε η έκθεση.

Το έργο, που συγχρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ελληνικό κράτος, υλοποιήθηκε από την Επιστημονική Επιτροπή Μυκηνών και την Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Με τη συμμετοχή δεκάδων εργαζομένων όλων των ειδικοτήτων, την καθοριστική καθοδήγηση της Εφόρου Αρχαιοτήτων κ. Ελισάβετ Σπαθάρη και την ανεκτίμητη βοήθεια των ερευνητών των Μυκηνών, της καθηγήτριας Elizabeth French και του ακαδημαϊκού Σπύρου Ιακωβίδη, ο χώρος απέκτησε ένα μουσείο που έβγαλε από τη σιωπή και την αφάνεια 2.500 τέχνεργα και τα προσέφερε στους πολυπληθείς επισκέπτες στο πλαίσιο μιας διδακτικής παρουσίασης που αναδεικνύει τη διαχρονική ιστορία των Μυκηνών.

Η έκθεση αναπτύσσεται στις τέσσερις συνολικά αίθουσες που διατάσσονται σε δύο διαφορετικά επίπεδα και ακολουθεί μία κυκλοτερή πορεία με τη βοήθεια κεκλιμένων διαδρόμων. Στο ανώτερο επίπεδο ο ευρύχωρος προθάλαμος, με εποπτικό υλικό και υπέροχη θέα προς τους χώρους που κατελάμβαναν άλλοτε τα νεκροταφεία των μυκηναίων ευγενών, αποτελεί το σημείο έναρξης και κατάληξης της επίσκεψης. Η πρώτη εκθεσιακή αίθουσα, στο ίδιο επίπεδο, παρουσιάζει τα ευρήματα από τις δημόσιες και ιδιωτικές δραστηριότητες των Μυκηναίων. Μία ράμπα οδηγεί τους επισκέπτες στο δεύτερο επίπεδο που είναι αφιερωμένο στο βασίλειο των νεκρών. Εδώ εκτίθενται ευρήματα από τον βασιλικό ταφικό κύκλο Β΄, τα πλούσια νεκροταφεία των θαλαμωτών τάφων καθώς και ορισμένα ιστορικά αντίγραφα από τα κτερίσματα του βασιλικού κύκλου Α΄. Ακολουθεί μία ενότητα για τις Μυκήνες των Ιστορικών χρόνων και η έκθεση ολοκληρώνεται με την παρουσίαση των επιτευγμάτων του Μυκηναϊκού πολιτισμού.

Η ίδρυση του μουσείου μέσα στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο καθόρισε και την παρουσίαση των ευρημάτων στην έκθεση που ακολουθούν την τοπογραφική διάταξη των χώρων εύρεσης, η οποία διακόπτεται ή ολοκληρώνεται με θεματικές ενότητες που σκοπό έχουν να αναδείξουν τόσο την καθοριστική σημασία του Μυκηναϊκού πολιτισμού όσο και τις λιγότερο λαμπρές στιγμές της ιστορίας του. Το κύριο ζητούμενο ωστόσο είναι η εκπαιδευτική διάσταση της παρουσίασης που επιτυγχάνεται με το εποπτικό υλικό και τη λανθάνουσα αναπαράσταση των χώρων εύρεσης σημαντικών συνόλων, όπως τα τρομακτικά είδωλα και η μεγάλη τοιχογραφία του Θρησκευτικού Κέντρου αλλά και το σχήμα των προθηκών των δύο βασιλικών ταφικών περιβόλων. Χωρίς να διαθέτει τον εντυπωσιακό πλούτο των πρώτων ηγεμόνων, ο οποίος παραμένει για την ώρα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το τοπικό μουσείο των Μυκηνών διαθέτει εξαιρετική αισθητική και αρμονία και καταφέρνει να προσφέρει στον επισκέπτη του αρχαιολογικού χώρου το τμήμα της πληροφορίας που παρέχει εν τέλει μία σφαιρική γνώση για την πρωτεύουσα του Αγαμέμνονα.