Μετάβαση στο κεντρικό περιεχόμενο

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ & ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

Η διαδρομή ξεκινάει από τις Μυκήνες, με επίσκεψη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών, στον αρχαιολογικό χώρο (Ακρόπολη Μυκηνών) και στο Θησαυρό του Ατρέως. Η διαδρομή συνεχίζει στον Αρχαιολογικό Χώρο Ηραίου Άργους και κατόπιν στην πόλη του Άργους με αφετηρία τα Μουσεία της (Αρχαιολογικό και Βυζαντινό Μουσείο Αργολίδας). Προτείνεται η επίσκεψη στην πόλη να συνεχίσει στο Αρχαίο Θέατρο και τον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο που περιλαμβάνει τα εξής σημαντικά μνημεία: Θέρμες, Αδριάνειο Υδραγωγείο – Κριτήριο, Ρωμαϊκή Αγορά. Στη συνέχεια επίσκεψη στο λόφο της Ασπίδας, στον προϊστορικό (μεσοελλαδικό) οικισμό και τα μνημεία των Ιερών του Απόλλωνος Δειραδιώτη και της Αθηνάς Οξυδερκούς. Η πορεία συνεχίζεται στο Κάστρο της Λάρισας. Επόμενη στάση το Κεφαλάρι, για τις πηγές του Κεφαλαρίου και το προϊστορικό σπήλαιο και στη συνέχεια στο Ελληνικό για την «Πυραμίδα» του Ελληνικού. Η διαδρομή ολοκληρώνεται με την επίσκεψη στο δημοτικό διαμέρισμα των Μύλων, στον οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο της Λέρνας (Οικία Κεράμων και Οχυρωματικός Περίβολος), στο Φρούριο των Μύλων (χωμάτινη διαδρομή) και στον Πύργο Βασιλοπούλου (χωμάτινη διαδρομή).

 

Eκτιμώμενη διάρκεια διαδρομής: 2 ημέρες

(Σημ: Η αναφερόμενη διάρκεια της προτεινόμενης διαδρομής καθορίζεται από το χρόνο παραμονής στους οργανωμένους αρχαιολογικούς χώρους που αυτές περιλαμβάνουν, λόγω των συγκεκριμένων ωραρίων λειτουργίας τους.)

Ο εκθεσιακός χώρος του μουσείου καταλαμβάνει περίπου το ένα τέταρτο του κτηρίου και αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα με τρεις αίθουσες. Στην είσοδο ο επισκέπτης συναντά τον θολωτό τάφο των Λεόντων και στη συνέχεια οδηγείται σε έναν μεγάλο προθάλαμο, όπου εκτίθενται μακέτα της ακρόπολης και πληροφορίες για τις Μυκήνες και τις ανασκαφές τους.

Η έκθεση οργανώνεται σε τέσσερις θεματικές ενότητες. Η πρώτη αίθουσα παρουσιάζει την καθημερινή ζωή των Μυκηναίων και τα ευρήματα από τα διάφορα κτιριακά συγκροτήματα. Η δεύτερη είναι αφιερωμένη στα ταφικά έθιμα και περιλαμβάνει αντικείμενα από τους Ταφικούς Κύκλους Α και Β και από άλλους τάφους της περιοχής. Στην τρίτη αίθουσα παρουσιάζονται η χρήση του χώρου κατά τους ιστορικούς χρόνους και οι δραστηριότητες που ανέδειξαν τον μυκηναϊκό πολιτισμό.

Το μουσείο διαθέτει επίσης αποθήκες με σημαντικό αρχαιολογικό υλικό, εργαστήρια συντήρησης κεραμικών και μεταλλικών αντικειμένων, καθώς και χώρους γραφείων και βιβλιοθήκη για την υποστήριξη της επιστημονικής έρευνας.

Οι Μυκήνες θεωρούνται το βασίλειο του μυθικού βασιλιά Αγαμέμνονος και συνδέονται στενά με τα έπη του Ομήρου. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ιδρυτής της πόλης ήταν ο Περσέας, ενώ αργότερα βασίλεψε ο οίκος των Ατρειδών με κορυφαία μορφή τον Αγαμέμνονα.Η περιοχή κατοικείται από τη Νεολιθική εποχή (7η χιλιετία π.Χ.), αλλά η μεγάλη ακμή της σημειώθηκε κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1350–1200 π.Χ.). Οι ηγεμόνες των Μυκηνών απέκτησαν πλούτο και ισχύ μέσω εκτεταμένων εμπορικών σχέσεων με τη Μεσόγειο.Κατά τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. οικοδομήθηκαν τα ανάκτορα και τα περίφημα κυκλώπεια τείχη, ενώ δημιουργήθηκαν μνημεία όπως η Πύλη των Λεόντων και ο Θησαυρός του Ατρέα.Περί το 1200 π.Χ. η πόλη υπέστη σοβαρές καταστροφές και τελικά εγκαταλείφθηκε γύρω στο 1100 π.Χ. Στους ιστορικούς χρόνους οι Μυκήνες διατήρησαν τη φήμη τους χάρη στην παράδοση και τα ομηρικά έπη, αλλά έχασαν την πολιτική τους δύναμη. Το 468 π.Χ. κατακτήθηκαν από το Άργος.Το ενδιαφέρον για τον χώρο αναζωπυρώθηκε τον 19ο αιώνα, κυρίως με τις ανασκαφές του Ερρίκου Σλίμαν, που αποκάλυψε  τους βασιλικούς τάφους με τα σημαντικά ευρήματα. Οι ανασκαφές, η συντήρηση και η ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου συνεχίζονται μέχρι σήμερα.Οι Μυκήνες αποτέλεσαν το ισχυρότερο ανακτορικό κέντρο της μυκηναϊκής Ελλάδας και ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της ελληνικής προϊστορίας, συνδυάζοντας ιστορική πραγματικότητα, αρχαιολογικό πλούτο και μυθολογική παράδοση.

Το Ηραίο του Άργους, σημαντικό πανελλήνιο ιερό της Ήρας, βρίσκεται μεταξύ Άργους και Μυκηνών και αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα θρησκευτικά κέντρα της Αργολίδας. Η περιοχή είχε ήδη ιδιαίτερη σημασία από τη Νεολιθική και τη Μυκηναϊκή εποχή, καθώς συνδεόταν με οικισμούς, νεκροταφεία και οδικό άξονα προς τις Μυκήνες, γεγονός που υποδηλώνει πρώιμη ιερότητα του χώρου.

Το ιερό αναπτύχθηκε από τον 8ο αι. π.Χ. και κατέστη επίσημο θρησκευτικό κέντρο του Άργους από τον 7ο αι. π.Χ., με ακμή κυρίως στον 6ο και 5ο αι. π.Χ. Η λατρεία της Ήρας, πιθανώς εξελιγμένη από παλαιότερη χθόνια θεότητα, συνδέθηκε με μεγάλες γιορτές και αγώνες, τα Εκατόμβοια ή Ηραία, τα οποία απέκτησαν πανελλήνιο χαρακτήρα.

Αρχιτεκτονικά, το Ηραίο οργανώθηκε σε τρία άνδηρα με ναούς, στοές και βοηθητικά κτήρια, ενώ στον χώρο ανεγέρθηκαν διαδοχικοί δωρικοί ναοί, με σημαντικές οικοδομικές φάσεις από τον 7ο έως τον 5ο αι. π.Χ. Σταδιακά το ιερό απέκτησε μνημειακό χαρακτήρα, ιδιαίτερα μετά τον 5ο αι. π.Χ., όταν ενισχύθηκαν οι εγκαταστάσεις του και αναβαθμίστηκε η είσοδός του.

Η σημασία του Ηραίου αντανακλάται τόσο στη μακρά διάρκεια της λατρείας όσο και στον πλούτο των αναθημάτων και την οργάνωση των αγώνων, ενώ η φήμη του διατηρήθηκε έως τη ρωμαϊκή εποχή και την ύστερη αρχαιότητα. Συνολικά, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εξέλιξης ενός μυκηναϊκού ιερού χώρου σε κεντρικό πολιτειακό και πανελλήνιο θρησκευτικό σύμπλεγμα της αρχαίας Ελλάδας.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο του Άργους στεγάζεται από τις αρχές τις δεκαετίας του 1960 σε κτηριακό συγκρότημα που αποτελείται από την ιστορική οικία του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη και ένα σύγχρονο κτήριο που προσαρτήθηκε σε αυτή, στη συμβολή των οδών Βασ. Όλγας και Καλλέργη.

Από το 2014 το Μουσείο παραμένει κλειστό για το κοινό, καθώς είναι σε εξέλιξη εργασίες κτηριακής αναβάθμισης και επανέκθεσης των συλλογών του, με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Βυζαντινό Μουσείο Αργολίδας στεγάζεται σε ένα διατηρητέο ​​συγκρότημα της πόλης του Άργους, που έχει μείνει γνωστό ως «Στρατώνες Καποδίστρια». Ο Κύριος στόχος του μουσείου ήταν η παρουσίαση αντιπροσωπευτικών πτυχών της βυζαντινής Αργολίδας μέσα από άγνωστα στα κοινά εκθέματα, καθώς και η δημιουργία μιας εστίας πολιτισμού στο Άργος και την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας, που θα παρέχει υπηρεσίες υψηλής ποιότητας στους πολίτες και τους πολίτες του.

Το αρχαίο θέατρο του Άργους ιδρύθηκε κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους (300–250 π.Χ.) και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα του ελλαδικού χώρου, με χωρητικότητα περίπου 20.000 θεατών. Το κοίλο και η ορχήστρα είναι σε μεγάλο βαθμό λαξευμένα στον φυσικό βράχο και οργανώνονται με διαζώματα, κλίμακες και κερκίδες, ενώ η προεδρία προοριζόταν για τους επισήμους. Η ορχήστρα είναι κυκλική και περιβαλλόταν από αγωγό απορροής υδάτων, με την πρόσβαση να γίνεται μέσω των παρόδων. 

Το σκηνικό οικοδόμημα περιλάμβανε προσκήνιο, σκηνή και στοά, ενώ διέθετε υπόγειες και βοηθητικές διαβάσεις για τη θεατρική δράση. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο το θέατρο ανακατασκευάστηκε εκτενώς, με επέκταση της σκηνής, δημιουργία μνημειακής πρόσοψης και νέου λογείου, καθώς και προσθήκη νέων εισόδων και διακοσμητικών στοιχείων. Στους επόμενους αιώνες προσαρμόστηκε σε νέα θεάματα, όπως μονομαχίες και υδάτινες αθλοπαιδιές, γεγονός που οδήγησε σε κατασκευαστικές μετατροπές, όπως περίφραξη της ορχήστρας και δημιουργία δεξαμενής.

 

Η λειτουργία του θεάτρου σταδιακά έπαυσε κατά τον 5ο–6ο αιώνα μ.Χ., ενώ μεγάλο μέρος του παρέμεινε ορατό μέχρι τους νεότερους χρόνους και αποκαλύφθηκε εκ νέου μέσω αρχαιολογικών ανασκαφών

Οι Ρωμαϊκές Θέρμες του Άργους αποτελούν ένα σημαντικό δημόσιο λουτρικό συγκρότημα μνημειακής κλίμακας, το οποίο αναπτύχθηκε σε χώρο με διαχρονική ιερή χρήση. Στην ίδια θέση φαίνεται ότι προϋπήρχε ιερό αφιερωμένο στον Σάραπι κατά τον 2ο αι. π.Χ., το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο της διάδοσης ανατολικών λατρειών στον ελλαδικό χώρο. Στη συνέχεια, κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, ο χώρος μετατράπηκε αρχικά σε συγκρότημα λουτροθεραπείας συνδεδεμένο με τη λατρεία του Ασκληπιού και κατόπιν, από τον 2ο–3ο αι. μ.Χ., σε οργανωμένες Θέρμες.

Το λουτρικό συγκρότημα διέθετε σύνθετη αρχιτεκτονική διάρθρωση με αποδυτήρια, ψυχρά και θερμά λουτρά, αίθουσες συναναστροφής και βοηθητικούς χώρους, ενώ χαρακτηριζόταν από εκτεταμένη χρήση υπόκαυστου συστήματος θέρμανσης και πλούσια διακόσμηση με γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη. Η λειτουργία του συνεχίστηκε έως την παλαιοχριστιανική περίοδο, οπότε και εγκαταλείφθηκε σταδιακά. Οι μεταγενέστερες ανασκαφές ανέδειξαν εκ νέου το μνημείο και τα κινητά ευρήματά του.

Συνολικά, οι Θέρμες του Άργους αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα ρωμαϊκής λουτρικής αρχιτεκτονικής, με έντονη κοινωνική και πολιτιστική διάσταση, καθώς συνδύαζαν λειτουργίες υγιεινής, ψυχαγωγίας και δημόσιας ζωής.

Στα βόρεια του αρχαίου θεάτρου υπάρχει ένα εντυπωσιακό άνδηρο, διαστάσεων 35Χ21 μ., που έχει λαξευτεί στο βράχο της Λάρισας. Προς την πλευρά της πόλης οριοθετείται από ισχυρό πολυγωνικό ανάλημμα με κεντρική κλίμακα. Στα ενεπίγραφα ανάγλυφα που κοσμούν το ανάλημμα εικονίζονται οι Επιτελίδες, χθόνιες θεότητες που σχετίζονται με την απονομή δικαιοσύνης (τιμωρία εγκληματικών πράξεων). Η σύνδεση τους με τη λατρεία των Σεμνών Θεών στον αθηναϊκό Άρειο Πάγο, οδήγησε τους μελετητές να αναγνωρίσουν στο χώρο αυτό το Κριτήριο.

Στην πεδινή έκταση στα ανατολικά του λόφου της Λάρισας ιδρύθηκε η Αγορά, το κέντρο της δημόσιας ζωής της πόλης του Άργους. Ο περιηγητής Παυσανίας που επισκέφθηκε την πόλη το 2 ο αιώνα μ.Χ. περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα μνημεία και τα δημόσια κτήρια που κοσμούσαν το χώρο αυτό. Ένα τμήμα της αρχαίας Αγοράς ήρθε στο φως κατά τις ανασκαφές που διενεργεί η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή από το 1952 και οι συνεχείς συνεχίζονται μέχρι σήμερα σε συνεργασία με τη Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχών του Υπουργείου Πολιτισμού.

Ο λόφος του Προφήτη Ηλία, η λεγόμενη Ασπίς, κατοικήθηκε για πρώτη φορά στα τέλη της Νεολιθικής εποχής (3.500 π.Χ.).

Στη δυτική πλαγιά του λόφου της Ασπίδας ιδρύθηκαν κατά τους ιστορικούς χρόνους, σε τέσσερα διαδοχικά άνδηρα, τα ιερά του Απόλλωνος Δειραδιώτου ή Πυθίου και της Αθηνάς Οξυδερκούς. Η αρχική χρήση του χώρου ανάγεται στον 8ο αιώνα π.Χ., οι βασικές διαμορφώσεις όμως έγιναν στους αρχαϊκούς, κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους (6ος έως 3ος αι. π.Χ.)

Η ιστορία των οχυρώσεων στο λόφο της Λάρισας ξεκινά από τους προϊστορικούς χρόνους και φτάνει έως και την περίοδο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Ακολουθώντας τη μακραίωνη ιστορία της πόλης του Άργους, από την Προϊστορική Εποχή, αποτελούσε ανέκαθεν οχυρό παρατηρητήριο και ύστατη γραμμή άμυνας της.

Το προϊστορικό σπήλαιο στο Κεφαλάρι Άργους αποτελεί αρχαιολογική θέση με χρήση που ανάγεται κυρίως στη Νεολιθική περίοδο και ενδεχομένως συνεχίζεται κατά την Εποχή του Χαλκού. Η θέση του, κοντά σε φυσική πηγή, ευνόησε τη διαχρονική χρήση του ως χώρου εγκατάστασης και πιθανής λατρευτικής δραστηριότητας.

Το σπήλαιο εντάσσεται στο ευρύτερο δίκτυο προϊστορικών θέσεων της Αργολίδας και μαρτυρεί τη σημασία των φυσικών σπηλαίων στην οργάνωση της πρώιμης κατοίκησης και λατρείας στην περιοχή.

Το μνημείο του Ελληνικού στην Αργολίδα, γνωστό ως «πυραμίδα του Ελληνικού», αποτελεί λιθόκτιστη κατασκευή της οποίας η χρονολόγηση και η λειτουργία παραμένουν αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Η επικρατέστερη άποψη τοποθετεί την ανέγερσή του στην Κλασική περίοδο, πιθανότατα στον 4ο αιώνα π.Χ.

Στη βιβλιογραφία έχει προταθεί κυρίως η ερμηνεία του ως οχυρωματικού ή φυλακίου ελέγχου των οδικών αξόνων της περιοχής, χωρίς ωστόσο να υπάρχει πλήρης επιστημονική ομοφωνία ως προς τη λειτουργία του.

Ο οικισμός της Λέρνας, στη δυτική πλευρά του Αργολικού Κόλπου, στο σημερινό χωριό των Μύλων, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες θέσεις των προϊστορικών χρόνων στην Ελλάδα. Η χρήση του χώρου για 5.000 χρόνια περίπου, από τη Νεολιθική μέχρι και τη Μυκηναϊκή εποχή (6 η -1 η χιλιετία π.Χ.) σχημάτισε με τα αλλεπάλληλα στρώματα κατοίκησης ένα χαμηλό τεχνητό λόφο.

Το Φρούριο των Μύλων βρίσκεται στο νότιο όριο της αργολικής πεδιάδας κοντά στη θάλασσα, στο Ποντίνο λόφο. Έχει οπτική επαφή με το κάστρο της Λάρισας και την Ακροναυπλία και ελέγχει τον αργολικό κάμπο και την νότια είσοδο του αργολικού κόλπου. Το κάστρο βρίσκεται πίσω από τον οικισμό των Μύλων ο οποίος παλαιότερα ήταν γνωστός ως Κιβέρι. Ο σημερινός οικισμός Κιβέρι βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα. Το κάστρο αποτελείται από ακρόπολη και εξωτερικό περίβολο. Συνολικά έχει έκταση 9,4 στρέμματα και περίμετρο 440 μέτρα. Η χάραξη της οχύρωσης είναι προσεγμένη και η κατασκευή επιμελής.

Ο πύργος βρίσκεται μεταξύ Μύλων και Κυβερίου, νότια του  φρουρίου Κιβερίου, επάνω σε χαμηλό ύψωμα.Η προφορική παράδοση θέλει τον πύργο να ανήκε σε μια πριγκίπισσα που ζούσε εκεί παλιά. Ήταν δε τόσο όμορφη που, προκειμένου να μην την βλέπουν όταν θα πήγαινε στη θάλασσα, είχε κατασκευαστεί υπόγειο πέρασμα από την ακτή μέχρι τον πύργο.