Μνημεία & Μουσεία
Το Ηραίο του Άργους, σημαντικό πανελλήνιο ιερό της Ήρας, βρίσκεται μεταξύ Άργους και Μυκηνών και αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα θρησκευτικά κέντρα της Αργολίδας. Η περιοχή είχε ήδη ιδιαίτερη σημασία από τη Νεολιθική και τη Μυκηναϊκή εποχή, καθώς συνδεόταν με οικισμούς, νεκροταφεία και οδικό άξονα προς τις Μυκήνες, γεγονός που υποδηλώνει πρώιμη ιερότητα του χώρου.
Το ιερό αναπτύχθηκε από τον 8ο αι. π.Χ. και κατέστη επίσημο θρησκευτικό κέντρο του Άργους από τον 7ο αι. π.Χ., με ακμή κυρίως στον 6ο και 5ο αι. π.Χ. Η λατρεία της Ήρας, πιθανώς εξελιγμένη από παλαιότερη χθόνια θεότητα, συνδέθηκε με μεγάλες γιορτές και αγώνες, τα Εκατόμβοια ή Ηραία, τα οποία απέκτησαν πανελλήνιο χαρακτήρα.
Αρχιτεκτονικά, το Ηραίο οργανώθηκε σε τρία άνδηρα με ναούς, στοές και βοηθητικά κτήρια, ενώ στον χώρο ανεγέρθηκαν διαδοχικοί δωρικοί ναοί, με σημαντικές οικοδομικές φάσεις από τον 7ο έως τον 5ο αι. π.Χ. Σταδιακά το ιερό απέκτησε μνημειακό χαρακτήρα, ιδιαίτερα μετά τον 5ο αι. π.Χ., όταν ενισχύθηκαν οι εγκαταστάσεις του και αναβαθμίστηκε η είσοδός του.
Η σημασία του Ηραίου αντανακλάται τόσο στη μακρά διάρκεια της λατρείας όσο και στον πλούτο των αναθημάτων και την οργάνωση των αγώνων, ενώ η φήμη του διατηρήθηκε έως τη ρωμαϊκή εποχή και την ύστερη αρχαιότητα. Συνολικά, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εξέλιξης ενός μυκηναϊκού ιερού χώρου σε κεντρικό πολιτειακό και πανελλήνιο θρησκευτικό σύμπλεγμα της αρχαίας Ελλάδας.
Το Βυζαντινό Μουσείο Αργολίδας στεγάζεται σε ένα διατηρητέο συγκρότημα της πόλης του Άργους, που έχει μείνει γνωστό ως «Στρατώνες Καποδίστρια». Ο Κύριος στόχος του μουσείου ήταν η παρουσίαση αντιπροσωπευτικών πτυχών της βυζαντινής Αργολίδας μέσα από άγνωστα στα κοινά εκθέματα, καθώς και η δημιουργία μιας εστίας πολιτισμού στο Άργος και την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας, που θα παρέχει υπηρεσίες υψηλής ποιότητας στους πολίτες και τους πολίτες του.
Το αρχαίο θέατρο του Άργους ιδρύθηκε κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους (300–250 π.Χ.) και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα του ελλαδικού χώρου, με χωρητικότητα περίπου 20.000 θεατών. Το κοίλο και η ορχήστρα είναι σε μεγάλο βαθμό λαξευμένα στον φυσικό βράχο και οργανώνονται με διαζώματα, κλίμακες και κερκίδες, ενώ η προεδρία προοριζόταν για τους επισήμους. Η ορχήστρα είναι κυκλική και περιβαλλόταν από αγωγό απορροής υδάτων, με την πρόσβαση να γίνεται μέσω των παρόδων.
Το σκηνικό οικοδόμημα περιλάμβανε προσκήνιο, σκηνή και στοά, ενώ διέθετε υπόγειες και βοηθητικές διαβάσεις για τη θεατρική δράση. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο το θέατρο ανακατασκευάστηκε εκτενώς, με επέκταση της σκηνής, δημιουργία μνημειακής πρόσοψης και νέου λογείου, καθώς και προσθήκη νέων εισόδων και διακοσμητικών στοιχείων. Στους επόμενους αιώνες προσαρμόστηκε σε νέα θεάματα, όπως μονομαχίες και υδάτινες αθλοπαιδιές, γεγονός που οδήγησε σε κατασκευαστικές μετατροπές, όπως περίφραξη της ορχήστρας και δημιουργία δεξαμενής.
Η λειτουργία του θεάτρου σταδιακά έπαυσε κατά τον 5ο–6ο αιώνα μ.Χ., ενώ μεγάλο μέρος του παρέμεινε ορατό μέχρι τους νεότερους χρόνους και αποκαλύφθηκε εκ νέου μέσω αρχαιολογικών ανασκαφών
Οι Ρωμαϊκές Θέρμες του Άργους αποτελούν ένα σημαντικό δημόσιο λουτρικό συγκρότημα μνημειακής κλίμακας, το οποίο αναπτύχθηκε σε χώρο με διαχρονική ιερή χρήση. Στην ίδια θέση φαίνεται ότι προϋπήρχε ιερό αφιερωμένο στον Σάραπι κατά τον 2ο αι. π.Χ., το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο της διάδοσης ανατολικών λατρειών στον ελλαδικό χώρο. Στη συνέχεια, κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, ο χώρος μετατράπηκε αρχικά σε συγκρότημα λουτροθεραπείας συνδεδεμένο με τη λατρεία του Ασκληπιού και κατόπιν, από τον 2ο–3ο αι. μ.Χ., σε οργανωμένες Θέρμες.
Το λουτρικό συγκρότημα διέθετε σύνθετη αρχιτεκτονική διάρθρωση με αποδυτήρια, ψυχρά και θερμά λουτρά, αίθουσες συναναστροφής και βοηθητικούς χώρους, ενώ χαρακτηριζόταν από εκτεταμένη χρήση υπόκαυστου συστήματος θέρμανσης και πλούσια διακόσμηση με γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη. Η λειτουργία του συνεχίστηκε έως την παλαιοχριστιανική περίοδο, οπότε και εγκαταλείφθηκε σταδιακά. Οι μεταγενέστερες ανασκαφές ανέδειξαν εκ νέου το μνημείο και τα κινητά ευρήματά του.
Συνολικά, οι Θέρμες του Άργους αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα ρωμαϊκής λουτρικής αρχιτεκτονικής, με έντονη κοινωνική και πολιτιστική διάσταση, καθώς συνδύαζαν λειτουργίες υγιεινής, ψυχαγωγίας και δημόσιας ζωής.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο του Άργους στεγάζεται από τις αρχές τις δεκαετίας του 1960 σε κτηριακό συγκρότημα που αποτελείται από την ιστορική οικία του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη και ένα σύγχρονο κτήριο που προσαρτήθηκε σε αυτή, στη συμβολή των οδών Βασ. Όλγας και Καλλέργη.
Από το 2014 το Μουσείο παραμένει κλειστό για το κοινό, καθώς είναι σε εξέλιξη εργασίες κτηριακής αναβάθμισης και επανέκθεσης των συλλογών του, με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην πεδινή έκταση στα ανατολικά του λόφου της Λάρισας ιδρύθηκε η Αγορά, το κέντρο της δημόσιας ζωής της πόλης του Άργους. Ο περιηγητής Παυσανίας που επισκέφθηκε την πόλη το 2 ο αιώνα μ.Χ. περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα μνημεία και τα δημόσια κτήρια που κοσμούσαν το χώρο αυτό. Ένα τμήμα της αρχαίας Αγοράς ήρθε στο φως κατά τις ανασκαφές που διενεργεί η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή από το 1952 και οι συνεχείς συνεχίζονται μέχρι σήμερα σε συνεργασία με τη Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχών του Υπουργείου Πολιτισμού.
Η χερσόνησος «Καστράκι», 10 περίπου χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της πόλης του Ναυπλίου και 1 χιλιόμετρο ανατολικά του παραθεριστικού οικισμού του Τολού, έχει ταυτιστεί από το 19ο αιώνα με τη θέση που καταλάμβανε η αρχαία Ασίνη. Η περιοχή ανασκάφηκε τη δεκαετία του 1920 από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών εκείνης της περιόδου ήρθαν στο φως εκτεταμένα αρχαία κατάλοιπα, τα οποία μαρτυρούν τη χρήση της περιοχής ως τόπος εγκατάστασης από το τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ. και για 3.000 και πλέον χρόνια. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μεγάλο μέρος των αρχαιοτήτων καταστράφηκε, καθώς η θέση οχυρώθηκε από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής.
Η δράση των Ιταλών την περίοδο 1940-41, η άγρια βλάστηση και η διάβρωση είχαν αλλοιώσει σοβαρά το ιστορικό τοπίο της Ασίνης. Επιπρόσθετα, η ανεξέλεγκτη πρόσβαση των επισκεπτών στο βραχώδη λόφο εγκυμονούσε κινδύνους για την ασφάλειά τους ενώ η έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης δεν επέτρεπε την κατανόηση της μακραίωνης ιστορίας του τόπου.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τη διαμόρφωση δύο περιμετρικών διαδρομών στην Κάτω Πόλη και την ακρόπολη, την κατασκευή μεταλλικών και ξύλινων γεφυρών και κλιμάκων σε επισφαλή σημεία της διαδρομής, την αποκατάσταση της αρχαίας εισόδου στον αρχαιολογικό χώρο, την τοποθέτηση καθιστικών, κάδων απορριμμάτων και στεγάστρων στα στόμια πηγαδιών και δεξαμενών, την κατασκευή και τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων. Τρία νεώτερα, μικρά κτίσματα θα αποκατασταθούν και θα χρησιμοποιηθούν ως φυλάκειο-πωλητήριο, αίθουσα πολυμέσων και χώρος έκθεσης με την ιστορία των σουηδικών ανασκαφών. Στο εσωτερικό τεχνητού σπηλαίου στα νοτιοανατολικά της Κάτω Πόλης θα παρουσιαστεί η σύγχρονη ιστορία της ιταλικής κατοχής στην Ασίνη. Τέλος, στην Κάτω Πόλη προγραμματίζεται η ανάδειξη των καταλοίπων της σημαντικής «οικίας G» των υστεροελλαδικών χρόνων και η στερέωση, προστασία και ανάδειξη της τρίχωρης ρωμαϊκής δεξαμενής.
Χρηματοδότης: ΕΣΠΑ-Περιφέρεια Πελοποννήσου, Επιχειρησιακό Πρόγραμμα: «Δυτικής Ελλάδας – Πελοποννήσου – Ιονίων Νήσων 2007 – 2013». Άξονας Προτεραιότητας 08: «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ποιότητα Ζωής Πελοποννήσου
Το μυκηναϊκό νεκροταφείο των Δενδρών, δυτικά της ακρόπολης της Μιδέας, αποτελεί σημαντικό ταφικό σύνολο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (15ος–14ος αι. π.Χ.). Περιλαμβάνει έναν μνημειακό θολωτό τάφο και δεκαέξι θαλαμωτούς τάφους, οι οποίοι είναι λαξευμένοι στον βράχο και οργανωμένοι σε πυκνή διάταξη, συνδεόμενοι με το ανακτορικό κέντρο της περιοχής.
Ο θολωτός τάφος, χρονολογούμενος περίπου στο 1400 π.Χ., παρουσιάζει ιδιαίτερα εξελιγμένη αρχιτεκτονική με μακρύ δρόμο, κυκλικό θάλαμο και θόλο ύψους περίπου 7 μ. Στο εσωτερικό του εντοπίστηκαν ταφικοί λάκκοι με πλούσιες ταφές, συνοδευόμενες από εξαιρετικά κτερίσματα, όπως χρυσά και αργυρά αγγεία, όπλα, σφραγιδόλιθους και άλλα πολύτιμα αντικείμενα, τα οποία υποδηλώνουν την ύπαρξη υψηλόβαθμης κοινωνικής ελίτ.
Οι θαλαμωτοί τάφοι χρησιμοποιούνταν επαναληπτικά για οικογενειακές ταφές και παρουσιάζουν στοιχεία συμπληρωματικών ταφικών πρακτικών, ενώ έχουν διαπιστωθεί και τελετουργικές ενέργειες, όπως οι ταφές αλόγων. Συνολικά, το νεκροταφείο των Δενδρών αποτελεί σημαντική μαρτυρία για την κοινωνική ιεράρχηση, την ταφική ιδεολογία και την υλική ευημερία της μυκηναϊκής κοινωνίας της περιοχής.
Το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου χτίστηκε στα τέλη της Κλασικής εποχής (340–330 π.Χ.) στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους και θεωρείται το σημαντικότερο και τελειότερο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Σύμφωνα με τον Παυσανίας, δημιουργός του ήταν ο Πολύκλειτος ο Νεότερος. Το θέατρο φημίζεται για την αρμονία και την εξαιρετική ακουστική του.
Κατασκευάστηκε για μουσικούς και δραματικούς αγώνες προς τιμήν του Ασκληπιού και αργότερα επεκτάθηκε, αυξάνοντας τη χωρητικότητά του από 8.000 σε περίπου 14.000 θεατές. Το κοίλο είναι χτισμένο στην πλαγιά του λόφου και χωρίζεται σε δύο μέρη, ενώ στο κέντρο της κυκλικής ορχήστρας υπήρχε ο βωμός του Διονύσου.
Το σκηνικό οικοδόμημα ήταν διώροφο και διακοσμημένο με κίονες, ζωγραφικούς πίνακες και γλυπτά. Κατά τη Ρωμαιοκρατία διατήρησε τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού θεάτρου, παρά τις φθορές και τις επισκευές.
Το μνημείο ανασκάφηκε από τον Παναγής Καββαδίας στα τέλη του 19ου αιώνα και από τότε γίνονται συνεχώς εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης. Από το 1954 φιλοξενεί κάθε καλοκαίρι παραστάσεις αρχαίου δράματος στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου.
Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου υπήρξε το σημαντικότερο θεραπευτικό κέντρο του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου, αφιερωμένο στον Ασκληπιό και στενά συνδεδεμένο με την εξέλιξη της αρχαίας ιατρικής από τη θεϊκή ίαση προς μια πιο εμπειρική και συστηματική προσέγγιση. Η λατρεία στον χώρο έχει προϊστορικές ρίζες, με ιερά που χρονολογούνται ήδη από τη Μυκηναϊκή εποχή στον λόφο Κυνόρτιο, ενώ από τον 6ο αι. π.Χ. καθιερώνεται η λατρεία του Ασκληπιού και οργανώνεται το ιερό σύμπλεγμα του Απόλλωνα Μαλεάτα και του Ασκληπιού.
Η ανάπτυξη του πεδινού ιερού συνδέεται με την αυξανόμενη προσέλευση προσκυνητών και βασίζεται σε θεραπευτικές πρακτικές όπως η κάθαρση και η εγκοίμηση, με κεντρικό στοιχείο το νερό και το Ιερό Φρέαρ. Κατά την κλασική και ελληνιστική περίοδο το ιερό γνωρίζει μεγάλη ακμή, με εκτεταμένο οικοδομικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει σημαντικά μνημεία, όπως τον ναό του Ασκληπιού, το Άβατον, τη Θόλο και το θέατρο.
Παρά τις καταστροφές των ρωμαϊκών και ύστερων χρόνων, το Ασκληπιείο διατηρεί τη σημασία του και ανανεώνεται κατά την αυτοκρατορική περίοδο, ενώ η λατρεία συνεχίζεται έως την ύστερη αρχαιότητα. Οι συστηματικές ανασκαφές από τον 19ο αιώνα έως σήμερα έχουν αποκαλύψει την οργάνωση και λειτουργία του ιερού, αναδεικνύοντας την ιστορική και αρχαιολογική του αξία.
Στο μικρό Αρχαιολογικό Μουσείο της Επιδαύρου που βρίσκεται στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου του Ασκληπιείου είναι εκτεθειμένα πολλά από τα κινητά ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στο χώρο. Θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή στα εκθέματά του περιλαμβάνονται πολλά τμήματα αρχιτεκτονικών μελών από τις ανωδομές των πιο σημαντικών οικοδομημάτων του ιερού.
Ο οικισμός της Λέρνας, στη δυτική πλευρά του Αργολικού Κόλπου, στο σημερινό χωριό των Μύλων, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες θέσεις των προϊστορικών χρόνων στην Ελλάδα. Η χρήση του χώρου για 5.000 χρόνια περίπου, από τη Νεολιθική μέχρι και τη Μυκηναϊκή εποχή (6 η -1 η χιλιετία π.Χ.) σχημάτισε με τα αλλεπάλληλα στρώματα κατοίκησης ένα χαμηλό τεχνητό λόφο.
Περιορισμένη έρευνα στη Μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας πραγματοποιήθηκε το 1907 από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Οι πρώτες όμως δοκιμαστικές ανασκαφές έγιναν το 1939 από το Σουηδό αρχαιολόγο Axel Persson, τον ανασκαφέα των Δενδρών και της Ασίνης. Το 1963 άρχισε η Ελληνοσουηδική συνεργασία στη Μιδέα από τους Νικόλαο Βερδελή και Paul Astrom με μικρή δοκιμαστική έρευνα κοντά στην Ανατολική Πύλη. Το 1983 άρχισαν οι συστηματικές ελληνοσουηδικές ανασκαφές στην Ακρόπολη, υπό τη διεύθυνση της Δρος Καίτης Δημακοπούλου, τότε Έφορου Αρχαιοτήτων Αργολιδοκορινθίας, και του καθηγητή του Πανεπιστημίου του Goteborg P. Astrom, τον οποίο διαδέχτηκε το 2000 η Διευθύντρια του Σουηδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Δρ. Ann-Louise Schallin. Στην ανασκαφή συμμετέχει η αρχαιολόγος Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου, Διευθύντρια της Γ΄ Εφορείας Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών. Τα ευρήματα από τις συστηματικές ανασκαφές απέδειξαν τη σημασία της Μιδέας ως μεγάλου Μυκηναϊκού κέντρου της Αργολίδας, ισάξιου των Μυκηνών και της Τίρυνθος. Η συνεχιζόμενη ανασκαφική έρευνα του χώρου με σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους και υπό το φως των νεώτερων συμπερασμάτων της αρχαιολογικής έρευνας, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά έργα που εκτελούνται στην Ελλάδα. Εξάλλου οι συστηματικές ανασκαφές οδήγησαν στη διαμόρφωση της Μυκηναϊκής Ακρόπολης και την ανάδειξή της ως οργανωμένου επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου.
Ετήσιες προκαταρκτικές εκθέσεις για τις Ελληνοσουηδικές ανασκαφές στη Μιδέα δημοσιεύονται στο Σουηδικό επιστημονικό περιοδικό Opuscula Atheniensia από το 1986 και εξής.
Το φρούριο στη μικρή νησίδα του λιμένος του Ναυπλίου, που είναι γνωστό με την ονομασία «Μπούρτζι», κατασκευάστηκε το 1471, από τους Ενετούς από τον αρχιτέκτονα Antonio Gambello και είναι ένα από τα σημαντικότερα τμήματα των οχυρώσεων της ιστορικής πόλης.
Οι Μυκήνες θεωρούνται το βασίλειο του μυθικού βασιλιά Αγαμέμνονος και συνδέονται στενά με τα έπη του Ομήρου. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ιδρυτής της πόλης ήταν ο Περσέας, ενώ αργότερα βασίλεψε ο οίκος των Ατρειδών με κορυφαία μορφή τον Αγαμέμνονα.Η περιοχή κατοικείται από τη Νεολιθική εποχή (7η χιλιετία π.Χ.), αλλά η μεγάλη ακμή της σημειώθηκε κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1350–1200 π.Χ.). Οι ηγεμόνες των Μυκηνών απέκτησαν πλούτο και ισχύ μέσω εκτεταμένων εμπορικών σχέσεων με τη Μεσόγειο.Κατά τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. οικοδομήθηκαν τα ανάκτορα και τα περίφημα κυκλώπεια τείχη, ενώ δημιουργήθηκαν μνημεία όπως η Πύλη των Λεόντων και ο Θησαυρός του Ατρέα.Περί το 1200 π.Χ. η πόλη υπέστη σοβαρές καταστροφές και τελικά εγκαταλείφθηκε γύρω στο 1100 π.Χ. Στους ιστορικούς χρόνους οι Μυκήνες διατήρησαν τη φήμη τους χάρη στην παράδοση και τα ομηρικά έπη, αλλά έχασαν την πολιτική τους δύναμη. Το 468 π.Χ. κατακτήθηκαν από το Άργος.Το ενδιαφέρον για τον χώρο αναζωπυρώθηκε τον 19ο αιώνα, κυρίως με τις ανασκαφές του Ερρίκου Σλίμαν, που αποκάλυψε τους βασιλικούς τάφους με τα σημαντικά ευρήματα. Οι ανασκαφές, η συντήρηση και η ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου συνεχίζονται μέχρι σήμερα.Οι Μυκήνες αποτέλεσαν το ισχυρότερο ανακτορικό κέντρο της μυκηναϊκής Ελλάδας και ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της ελληνικής προϊστορίας, συνδυάζοντας ιστορική πραγματικότητα, αρχαιολογικό πλούτο και μυθολογική παράδοση.
Ο εκθεσιακός χώρος του μουσείου καταλαμβάνει περίπου το ένα τέταρτο του κτηρίου και αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα με τρεις αίθουσες. Στην είσοδο ο επισκέπτης συναντά τον θολωτό τάφο των Λεόντων και στη συνέχεια οδηγείται σε έναν μεγάλο προθάλαμο, όπου εκτίθενται μακέτα της ακρόπολης και πληροφορίες για τις Μυκήνες και τις ανασκαφές τους.
Η έκθεση οργανώνεται σε τέσσερις θεματικές ενότητες. Η πρώτη αίθουσα παρουσιάζει την καθημερινή ζωή των Μυκηναίων και τα ευρήματα από τα διάφορα κτιριακά συγκροτήματα. Η δεύτερη είναι αφιερωμένη στα ταφικά έθιμα και περιλαμβάνει αντικείμενα από τους Ταφικούς Κύκλους Α και Β και από άλλους τάφους της περιοχής. Στην τρίτη αίθουσα παρουσιάζονται η χρήση του χώρου κατά τους ιστορικούς χρόνους και οι δραστηριότητες που ανέδειξαν τον μυκηναϊκό πολιτισμό.
Το μουσείο διαθέτει επίσης αποθήκες με σημαντικό αρχαιολογικό υλικό, εργαστήρια συντήρησης κεραμικών και μεταλλικών αντικειμένων, καθώς και χώρους γραφείων και βιβλιοθήκη για την υποστήριξη της επιστημονικής έρευνας.















