CENTRI E MONUMENTI DELL'EPOCA MICENEA
Il percorso comincia da Micene, con la visita al Museo Archeologico di Micene, al sito archeologico dell'Acropoli di Micene ed al tesoro di Atreo. Quindi il percorso continua nella localita' di Dendri, al cimitero miceneo della zona. Segue Midia (Acropoli di Midia) ed il percorso si conclude con Tirinto, con la visita al Fossato miceneo, la tomba a cupola e l'Acropoli Micenea.
Se il visitatore lo desidera puo' vedere, con una piccola deviazione, da Micene, l'antica strada micenea nella zona di Prosimni.
Durata approssimativa del percorso : 1 giorno
(Nota: la durata del percorso consigliato e' determinata dal tempo di permanenza nei siti archeologici e dagli orari di apertura degli stessi)
Ο εκθεσιακός χώρος του μουσείου καταλαμβάνει περίπου το ένα τέταρτο του κτηρίου και αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα με τρεις αίθουσες. Στην είσοδο ο επισκέπτης συναντά τον θολωτό τάφο των Λεόντων και στη συνέχεια οδηγείται σε έναν μεγάλο προθάλαμο, όπου εκτίθενται μακέτα της ακρόπολης και πληροφορίες για τις Μυκήνες και τις ανασκαφές τους.
Η έκθεση οργανώνεται σε τέσσερις θεματικές ενότητες. Η πρώτη αίθουσα παρουσιάζει την καθημερινή ζωή των Μυκηναίων και τα ευρήματα από τα διάφορα κτιριακά συγκροτήματα. Η δεύτερη είναι αφιερωμένη στα ταφικά έθιμα και περιλαμβάνει αντικείμενα από τους Ταφικούς Κύκλους Α και Β και από άλλους τάφους της περιοχής. Στην τρίτη αίθουσα παρουσιάζονται η χρήση του χώρου κατά τους ιστορικούς χρόνους και οι δραστηριότητες που ανέδειξαν τον μυκηναϊκό πολιτισμό.
Το μουσείο διαθέτει επίσης αποθήκες με σημαντικό αρχαιολογικό υλικό, εργαστήρια συντήρησης κεραμικών και μεταλλικών αντικειμένων, καθώς και χώρους γραφείων και βιβλιοθήκη για την υποστήριξη της επιστημονικής έρευνας.
Οι Μυκήνες θεωρούνται το βασίλειο του μυθικού βασιλιά Αγαμέμνονος και συνδέονται στενά με τα έπη του Ομήρου. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ιδρυτής της πόλης ήταν ο Περσέας, ενώ αργότερα βασίλεψε ο οίκος των Ατρειδών με κορυφαία μορφή τον Αγαμέμνονα.Η περιοχή κατοικείται από τη Νεολιθική εποχή (7η χιλιετία π.Χ.), αλλά η μεγάλη ακμή της σημειώθηκε κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1350–1200 π.Χ.). Οι ηγεμόνες των Μυκηνών απέκτησαν πλούτο και ισχύ μέσω εκτεταμένων εμπορικών σχέσεων με τη Μεσόγειο.Κατά τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. οικοδομήθηκαν τα ανάκτορα και τα περίφημα κυκλώπεια τείχη, ενώ δημιουργήθηκαν μνημεία όπως η Πύλη των Λεόντων και ο Θησαυρός του Ατρέα.Περί το 1200 π.Χ. η πόλη υπέστη σοβαρές καταστροφές και τελικά εγκαταλείφθηκε γύρω στο 1100 π.Χ. Στους ιστορικούς χρόνους οι Μυκήνες διατήρησαν τη φήμη τους χάρη στην παράδοση και τα ομηρικά έπη, αλλά έχασαν την πολιτική τους δύναμη. Το 468 π.Χ. κατακτήθηκαν από το Άργος.Το ενδιαφέρον για τον χώρο αναζωπυρώθηκε τον 19ο αιώνα, κυρίως με τις ανασκαφές του Ερρίκου Σλίμαν, που αποκάλυψε τους βασιλικούς τάφους με τα σημαντικά ευρήματα. Οι ανασκαφές, η συντήρηση και η ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου συνεχίζονται μέχρι σήμερα.Οι Μυκήνες αποτέλεσαν το ισχυρότερο ανακτορικό κέντρο της μυκηναϊκής Ελλάδας και ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της ελληνικής προϊστορίας, συνδυάζοντας ιστορική πραγματικότητα, αρχαιολογικό πλούτο και μυθολογική παράδοση.
Το μυκηναϊκό νεκροταφείο των Δενδρών, δυτικά της ακρόπολης της Μιδέας, αποτελεί σημαντικό ταφικό σύνολο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (15ος–14ος αι. π.Χ.). Περιλαμβάνει έναν μνημειακό θολωτό τάφο και δεκαέξι θαλαμωτούς τάφους, οι οποίοι είναι λαξευμένοι στον βράχο και οργανωμένοι σε πυκνή διάταξη, συνδεόμενοι με το ανακτορικό κέντρο της περιοχής.
Ο θολωτός τάφος, χρονολογούμενος περίπου στο 1400 π.Χ., παρουσιάζει ιδιαίτερα εξελιγμένη αρχιτεκτονική με μακρύ δρόμο, κυκλικό θάλαμο και θόλο ύψους περίπου 7 μ. Στο εσωτερικό του εντοπίστηκαν ταφικοί λάκκοι με πλούσιες ταφές, συνοδευόμενες από εξαιρετικά κτερίσματα, όπως χρυσά και αργυρά αγγεία, όπλα, σφραγιδόλιθους και άλλα πολύτιμα αντικείμενα, τα οποία υποδηλώνουν την ύπαρξη υψηλόβαθμης κοινωνικής ελίτ.
Οι θαλαμωτοί τάφοι χρησιμοποιούνταν επαναληπτικά για οικογενειακές ταφές και παρουσιάζουν στοιχεία συμπληρωματικών ταφικών πρακτικών, ενώ έχουν διαπιστωθεί και τελετουργικές ενέργειες, όπως οι ταφές αλόγων. Συνολικά, το νεκροταφείο των Δενδρών αποτελεί σημαντική μαρτυρία για την κοινωνική ιεράρχηση, την ταφική ιδεολογία και την υλική ευημερία της μυκηναϊκής κοινωνίας της περιοχής.
Περιορισμένη έρευνα στη Μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας πραγματοποιήθηκε το 1907 από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Οι πρώτες όμως δοκιμαστικές ανασκαφές έγιναν το 1939 από το Σουηδό αρχαιολόγο Axel Persson, τον ανασκαφέα των Δενδρών και της Ασίνης. Το 1963 άρχισε η Ελληνοσουηδική συνεργασία στη Μιδέα από τους Νικόλαο Βερδελή και Paul Astrom με μικρή δοκιμαστική έρευνα κοντά στην Ανατολική Πύλη. Το 1983 άρχισαν οι συστηματικές ελληνοσουηδικές ανασκαφές στην Ακρόπολη, υπό τη διεύθυνση της Δρος Καίτης Δημακοπούλου, τότε Έφορου Αρχαιοτήτων Αργολιδοκορινθίας, και του καθηγητή του Πανεπιστημίου του Goteborg P. Astrom, τον οποίο διαδέχτηκε το 2000 η Διευθύντρια του Σουηδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Δρ. Ann-Louise Schallin. Στην ανασκαφή συμμετέχει η αρχαιολόγος Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου, Διευθύντρια της Γ΄ Εφορείας Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών. Τα ευρήματα από τις συστηματικές ανασκαφές απέδειξαν τη σημασία της Μιδέας ως μεγάλου Μυκηναϊκού κέντρου της Αργολίδας, ισάξιου των Μυκηνών και της Τίρυνθος. Η συνεχιζόμενη ανασκαφική έρευνα του χώρου με σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους και υπό το φως των νεώτερων συμπερασμάτων της αρχαιολογικής έρευνας, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά έργα που εκτελούνται στην Ελλάδα. Εξάλλου οι συστηματικές ανασκαφές οδήγησαν στη διαμόρφωση της Μυκηναϊκής Ακρόπολης και την ανάδειξή της ως οργανωμένου επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου.
Ετήσιες προκαταρκτικές εκθέσεις για τις Ελληνοσουηδικές ανασκαφές στη Μιδέα δημοσιεύονται στο Σουηδικό επιστημονικό περιοδικό Opuscula Atheniensia από το 1986 και εξής.
Δύο χιλιόμετρα ανατολικά της Νέας Τίρυνθας και 5 περίπου χιλιόμετρα από την ακρόπολη της Τίρυνθας έχει εντοπισθεί ένα μοναδικό τεχνικό έργο της αρχαιότητας. Στο χώρο αυτό έχει κατασκευασθεί ένα τεράστιο ανάχωμα που έφερε επένδυση από ογκόλιθους στα όριά του -ορισμένοι ογκόλιθοι είναι σήμερα ορατοί- με στόχο την εκτροπή των ομβρίων του χειμάρρου του Μάνεσι που φαίνεται πως κατευθυνόταν προς την Τίρυνθα και προκαλούσε πλημμύρες ήδη από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (ΠΕΙΙ).
Το 1913 ανασκάφηκε ένας θολωτός τάφος στη δυτική κλιτύ του λόφου του Προφήτη Ηλία, σε απόσταση 1 περίπου χιλιομέτρου από την ακρόπολη της Τίρυνθας.
Η Τίρυνθα κατοικήθηκε για πρώτη φορά στη Νεολιθική εποχή (7 η -4 η χιλιετία π.Χ.), όπως μαρτυρούν τα λιγοστά κεραμικά ευρήματα που προήλθαν από τα βαθύτερα αρχαιολογικά στρώματα, και παρέμεινε αδιάλειπτα σε χρήση μέχρι την εποχή που ιδρύθηκε η επιβλητική της οχύρωση.Η μυκηναϊκή ακρόπολη της Τίρυνθας δεσπόζει πάνω σε ένα βραχώδη λόφο, στο μυχό του αργολικού κόλπου και σε μικρή απόσταση από το Ναύπλιο. Με το ανακτορικό της συγκρότημα που περικλείεται μέσα στα ισχυρά επιβλητικά της τείχη, για τα οποία ο Όμηρος τη χαρακτηρίζει «τειχιόεσσα», η Τίρυνθα αντιπροσωπεύει, μαζί με τις Μυκήνες και το ανάκτορο του Νέστορα, το απόγειο του μυκηναϊκού πολιτισμού, του θεμέλιου λίθου της αρχαίας Ελλάδας.Ο λόφος της Τίρυνθας πρωτοκατοικήθηκε στη Νεολιθική περίοδο, περίπου από το 5000 π.Χ. και έκτοτε παρουσιάζει αδιάλειπτη συνέχεια στην κατοίκηση, όπως μαρτυρούν οι αλλεπάλληλοι οικισμοί της Εποχής του Χαλκού. Αν και τα μεγάλης κλίμακας έργα της Μυκηναϊκής εποχής κατέστρεψαν σχεδόν ολοσχερώς τα προγενέστερα κατάλοιπα, διασώθηκε εντούτοις στο ψηλότερο σημείο του λόφου ένα τεράστιο κυκλικό κτίριο διαμέτρου 28 μ., που χρονολογείται στο α΄ μισό της 3ης χιλιετίας π.Χ. και αποτελεί ένα σπάνιο όσο και αινιγματικό εύρημα. Η οχύρωση του λόφου ξεκίνησε το 14ο αι. και ολοκληρώθηκε στα τέλη του επόμενου. Τα ισχυρά τείχη, που η περίμετρός τους αγγίζει τα 750 μ. και το πλάτος τους κυμαίνεται από 4.5 έως 7 μ., περιέτρεχαν το λόφο, με μια διάταξη που διαιρούσε το χώρο σε τρία επίπεδα διαμόρφωσης: την άνω, μέση και κάτω ακρόπολη. Παλαιότερο από αυτό των Μυκηνών και το επιβλητικότερο των μυκηναϊκών ακροπόλεων, το οχυρωματικό τείχος της Τίρυνθας θυμίζει εύγλωττα το χαρακτηρισμό κυκλώπεια τείχη, που οι αρχαίοι Έλληνες απέδωσαν στη μυκηναϊκή τοιχοδομία: μόνο οι μυθικοί Κύκλωπες θα μπορούσαν να έχουν την τιτάνια δύναμη που χρειαζόταν για να μετακινηθούν οι τεράστιοι ογκόλιθοι των τειχών αυτών. Η περιτειχισμένη περιοχή περιέκλειε το τοιχογραφημένο ανάκτορο και τους δημόσιους χώρους, ενώ η πόλη, οργανωμένη σε οικοδομικά τετράγωνα συνολικής έκτασης περίπου 250 στρεμμάτων, εκτεινόταν εκτός των τειχών και γύρω από την ακρόπολη. Ειδικά διαμορφωμένοι διάδρομοι, οι λεγόμενες σύριγγες, οδηγούσαν στους αποθηκευτικούς και εργαστηριακούς χώρους και διευκόλυναν την επικοινωνία εντός και εκτός των τειχών, ενώ ειδικά σχεδιασμένες εγκαταστάσεις εξασφάλιζαν ασφαλή και συνεχή ανεφοδιασμό σε νερό. Τα χαρακτηριστικά αυτά, που απαντούν και στις Μυκήνες, καθιστούσαν τις δύο μεγαλύτερες ακροπόλεις της Αργολίδας πραγματικά απόρθητα φρούρια, ικανά να αντέξουν μακροχρόνιες πολιορκίες, αποθαρρύνοντας τυχόν επίδοξους εισβολείς. Η τύχη της Τίρυνθας ακολούθησε εκείνη των Μυκηνών· μετά την πτώση του μυκηναϊκού ανακτορικού πολιτισμού γύρω στα 1200 π.Χ., η ακρόπολη της Τίρυνθας μετατράπηκε σε χώρο λατρείας. Όταν ο περιηγητής Παυσανίας επισκέφτηκε την Τίρυνθα το 2ο αι. μ.Χ., αντίκρισε σωρούς ερειπίων σε μια ερημωμένη περιοχή.
Ο μυκηναϊκός δρόμος Μυκηνών–Προσύμνης αποτελεί σημαντικό έργο υποδομής της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Αργολίδα, που συνέδεε το ανακτορικό κέντρο των Μυκηνών με την αγροτική ενδοχώρα της Προσύμνης. Η διαδρομή, μήκους περίπου 7 χιλιομέτρων, μαρτυρεί οργανωμένο σχεδιασμό και προηγμένες τεχνικές κατασκευής, όπως επιχωματώσεις και διαμορφώσεις του φυσικού αναγλύφου. Εντάσσεται στο ευρύτερο δίκτυο μυκηναϊκών επικοινωνιών και αντανακλά τον διοικητικό και οικονομικό έλεγχο του ανακτορικού συστήματος στην περιφέρεια.







