THE ARCHAEOLOGICAL SITES AND MONUMENTS OF NAFPLIO
The tour begins in Tiryns (Ancient and Modern), with a visit to the Mycenaean dam, the domed tomb, and the Acropolis. You then go on towards the historical centre of Nafplio, with a visit to the city's archaeological museum and then its port, to see (or visit) the island fortress of the Bourtzi. There follows a ride up to Akronafplia and the Palamidi, with a stop at the Lion of Bavaria on the way back down. You continue towards Asini, to visit the archaeological site of the acropolis of Asini.
Estimated time for the tour: 2 days.
(Note: The stated time for the suggested route is determined by the time spent in the organised archaeological sites included, depending on their opening times.)
Δύο χιλιόμετρα ανατολικά της Νέας Τίρυνθας και 5 περίπου χιλιόμετρα από την ακρόπολη της Τίρυνθας έχει εντοπισθεί ένα μοναδικό τεχνικό έργο της αρχαιότητας. Στο χώρο αυτό έχει κατασκευασθεί ένα τεράστιο ανάχωμα που έφερε επένδυση από ογκόλιθους στα όριά του -ορισμένοι ογκόλιθοι είναι σήμερα ορατοί- με στόχο την εκτροπή των ομβρίων του χειμάρρου του Μάνεσι που φαίνεται πως κατευθυνόταν προς την Τίρυνθα και προκαλούσε πλημμύρες ήδη από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (ΠΕΙΙ).
Το 1913 ανασκάφηκε ένας θολωτός τάφος στη δυτική κλιτύ του λόφου του Προφήτη Ηλία, σε απόσταση 1 περίπου χιλιομέτρου από την ακρόπολη της Τίρυνθας.
Η Τίρυνθα κατοικήθηκε για πρώτη φορά στη Νεολιθική εποχή (7 η -4 η χιλιετία π.Χ.), όπως μαρτυρούν τα λιγοστά κεραμικά ευρήματα που προήλθαν από τα βαθύτερα αρχαιολογικά στρώματα, και παρέμεινε αδιάλειπτα σε χρήση μέχρι την εποχή που ιδρύθηκε η επιβλητική της οχύρωση.Η μυκηναϊκή ακρόπολη της Τίρυνθας δεσπόζει πάνω σε ένα βραχώδη λόφο, στο μυχό του αργολικού κόλπου και σε μικρή απόσταση από το Ναύπλιο. Με το ανακτορικό της συγκρότημα που περικλείεται μέσα στα ισχυρά επιβλητικά της τείχη, για τα οποία ο Όμηρος τη χαρακτηρίζει «τειχιόεσσα», η Τίρυνθα αντιπροσωπεύει, μαζί με τις Μυκήνες και το ανάκτορο του Νέστορα, το απόγειο του μυκηναϊκού πολιτισμού, του θεμέλιου λίθου της αρχαίας Ελλάδας.Ο λόφος της Τίρυνθας πρωτοκατοικήθηκε στη Νεολιθική περίοδο, περίπου από το 5000 π.Χ. και έκτοτε παρουσιάζει αδιάλειπτη συνέχεια στην κατοίκηση, όπως μαρτυρούν οι αλλεπάλληλοι οικισμοί της Εποχής του Χαλκού. Αν και τα μεγάλης κλίμακας έργα της Μυκηναϊκής εποχής κατέστρεψαν σχεδόν ολοσχερώς τα προγενέστερα κατάλοιπα, διασώθηκε εντούτοις στο ψηλότερο σημείο του λόφου ένα τεράστιο κυκλικό κτίριο διαμέτρου 28 μ., που χρονολογείται στο α΄ μισό της 3ης χιλιετίας π.Χ. και αποτελεί ένα σπάνιο όσο και αινιγματικό εύρημα. Η οχύρωση του λόφου ξεκίνησε το 14ο αι. και ολοκληρώθηκε στα τέλη του επόμενου. Τα ισχυρά τείχη, που η περίμετρός τους αγγίζει τα 750 μ. και το πλάτος τους κυμαίνεται από 4.5 έως 7 μ., περιέτρεχαν το λόφο, με μια διάταξη που διαιρούσε το χώρο σε τρία επίπεδα διαμόρφωσης: την άνω, μέση και κάτω ακρόπολη. Παλαιότερο από αυτό των Μυκηνών και το επιβλητικότερο των μυκηναϊκών ακροπόλεων, το οχυρωματικό τείχος της Τίρυνθας θυμίζει εύγλωττα το χαρακτηρισμό κυκλώπεια τείχη, που οι αρχαίοι Έλληνες απέδωσαν στη μυκηναϊκή τοιχοδομία: μόνο οι μυθικοί Κύκλωπες θα μπορούσαν να έχουν την τιτάνια δύναμη που χρειαζόταν για να μετακινηθούν οι τεράστιοι ογκόλιθοι των τειχών αυτών. Η περιτειχισμένη περιοχή περιέκλειε το τοιχογραφημένο ανάκτορο και τους δημόσιους χώρους, ενώ η πόλη, οργανωμένη σε οικοδομικά τετράγωνα συνολικής έκτασης περίπου 250 στρεμμάτων, εκτεινόταν εκτός των τειχών και γύρω από την ακρόπολη. Ειδικά διαμορφωμένοι διάδρομοι, οι λεγόμενες σύριγγες, οδηγούσαν στους αποθηκευτικούς και εργαστηριακούς χώρους και διευκόλυναν την επικοινωνία εντός και εκτός των τειχών, ενώ ειδικά σχεδιασμένες εγκαταστάσεις εξασφάλιζαν ασφαλή και συνεχή ανεφοδιασμό σε νερό. Τα χαρακτηριστικά αυτά, που απαντούν και στις Μυκήνες, καθιστούσαν τις δύο μεγαλύτερες ακροπόλεις της Αργολίδας πραγματικά απόρθητα φρούρια, ικανά να αντέξουν μακροχρόνιες πολιορκίες, αποθαρρύνοντας τυχόν επίδοξους εισβολείς. Η τύχη της Τίρυνθας ακολούθησε εκείνη των Μυκηνών· μετά την πτώση του μυκηναϊκού ανακτορικού πολιτισμού γύρω στα 1200 π.Χ., η ακρόπολη της Τίρυνθας μετατράπηκε σε χώρο λατρείας. Όταν ο περιηγητής Παυσανίας επισκέφτηκε την Τίρυνθα το 2ο αι. μ.Χ., αντίκρισε σωρούς ερειπίων σε μια ερημωμένη περιοχή.
Το αρχαιολογικό μουσείο Ναυπλίου στεγάζεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 στο επιβλητικό Ενετικό τριώροφο κτήριο που ορίζει τη δυτική πλευρά της πλατείας Συντάγματος. Από το 2003 έως το 2008 πραγματοποιήθηκε ανακαίνιση του μουσείου στο πλαίσιο του έργου «Βελτίωση – Αναβάθμιση Αρχαιολογικού Μουσείου Ναυπλίου» με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μουσειολογικό πρόγραμμα της νέας έκθεσης διαρθρώνεται σε θεματικές ενότητες που παρουσιάζουν τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στην Αργολίδα από την απώτατη προϊστορία έως και τη μεγαλύτερη αρχαιότητα.
Το φρούριο στη μικρή νησίδα του λιμένος του Ναυπλίου, που είναι γνωστό με την ονομασία «Μπούρτζι», κατασκευάστηκε το 1471, από τους Ενετούς από τον αρχιτέκτονα Antonio Gambello και είναι ένα από τα σημαντικότερα τμήματα των οχυρώσεων της ιστορικής πόλης.
Η βραχώδης απόληξη της χερσονήσου του Ναυπλίου, που σήμερα φέρει το όνομα Ακροναυπλία, έχει μέγιστο μήκος 800 μ, ύψος 85 μ. και πλάτος περίπου 250 μ. Στη χερσόνησο αυτή, υψώνεται το ομώνυμο Κάστρο. Στο χώρο βρέθηκαν κατάλοιπα ανθρώπινης κατοίκησης από όλες τις ιστορικές περιόδους. Στο πλαίσιο υλοποίησης έργου ΕΣΠΑ, χρονικής περιόδου 2011-2015, με τίτλο «Ανάδειξη του Κάστρου Ακροναυπλίας στο Ναύπλιο, Δ. Ναυπλίου, Π.Ε. Αργολίδας», πραγματοποιήθηκαν από την 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, σήμερα Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας, εργασίες αποκάλυψης, καθαρισμού, τεκμηρίωσης, προστασίας και ανάδειξης μνημείων.
Για πρώτη φορά ο λόφος του Παλαμηδίου οχυρώθηκε από τους Ενετούς στη διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας (1686-1715) με ένα τέλειο σύστημα συγχρονισμένης οχύρωσης. Το Παλαμήδι είναι ένα τυπικό φρούριο μπαρόκ, σε σχέδια των μηχανικών Giaxich και Lasalle. Το 1715 καταλήφθηκε από τον Τούρκους οι οποίοι το κράτησαν μέχρι το 1822, οπότε και πέρασε στην ελληνική επικράτεια.
Το σπουδαίο γλυπτό μνημείο των νεώτερων χρόνων βρίσκεται στην περιοχή της Πρόνοιας, κοντά στο νεκροταφείο των Αγίων Πάντων. Σύμφωνα με την επιγραφή που το συνοδεύει, λαξεύτηκε το 1840-1841 με χορηγία του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄ στη μνήμη των Βαυαρών στρατιωτών που πέθαναν από τύφο το 1833-1834 και είχαν ενταφιαστεί στην περιοχή αυτή
Η χερσόνησος «Καστράκι», 10 περίπου χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της πόλης του Ναυπλίου και 1 χιλιόμετρο ανατολικά του παραθεριστικού οικισμού του Τολού, έχει ταυτιστεί από το 19ο αιώνα με τη θέση που καταλάμβανε η αρχαία Ασίνη. Η περιοχή ανασκάφηκε τη δεκαετία του 1920 από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών εκείνης της περιόδου ήρθαν στο φως εκτεταμένα αρχαία κατάλοιπα, τα οποία μαρτυρούν τη χρήση της περιοχής ως τόπος εγκατάστασης από το τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ. και για 3.000 και πλέον χρόνια. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μεγάλο μέρος των αρχαιοτήτων καταστράφηκε, καθώς η θέση οχυρώθηκε από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής.
Η δράση των Ιταλών την περίοδο 1940-41, η άγρια βλάστηση και η διάβρωση είχαν αλλοιώσει σοβαρά το ιστορικό τοπίο της Ασίνης. Επιπρόσθετα, η ανεξέλεγκτη πρόσβαση των επισκεπτών στο βραχώδη λόφο εγκυμονούσε κινδύνους για την ασφάλειά τους ενώ η έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης δεν επέτρεπε την κατανόηση της μακραίωνης ιστορίας του τόπου.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τη διαμόρφωση δύο περιμετρικών διαδρομών στην Κάτω Πόλη και την ακρόπολη, την κατασκευή μεταλλικών και ξύλινων γεφυρών και κλιμάκων σε επισφαλή σημεία της διαδρομής, την αποκατάσταση της αρχαίας εισόδου στον αρχαιολογικό χώρο, την τοποθέτηση καθιστικών, κάδων απορριμμάτων και στεγάστρων στα στόμια πηγαδιών και δεξαμενών, την κατασκευή και τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων. Τρία νεώτερα, μικρά κτίσματα θα αποκατασταθούν και θα χρησιμοποιηθούν ως φυλάκειο-πωλητήριο, αίθουσα πολυμέσων και χώρος έκθεσης με την ιστορία των σουηδικών ανασκαφών. Στο εσωτερικό τεχνητού σπηλαίου στα νοτιοανατολικά της Κάτω Πόλης θα παρουσιαστεί η σύγχρονη ιστορία της ιταλικής κατοχής στην Ασίνη. Τέλος, στην Κάτω Πόλη προγραμματίζεται η ανάδειξη των καταλοίπων της σημαντικής «οικίας G» των υστεροελλαδικών χρόνων και η στερέωση, προστασία και ανάδειξη της τρίχωρης ρωμαϊκής δεξαμενής.
Χρηματοδότης: ΕΣΠΑ-Περιφέρεια Πελοποννήσου, Επιχειρησιακό Πρόγραμμα: «Δυτικής Ελλάδας – Πελοποννήσου – Ιονίων Νήσων 2007 – 2013». Άξονας Προτεραιότητας 08: «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ποιότητα Ζωής Πελοποννήσου








